Το 2025 καταγράφηκε ως μια χρονιά-ορόσημο για την Κίνα στον νέο εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ. Παρά τις προσδοκίες στην Ουάσιγκτον ότι οι δασμοί και οι τεχνολογικοί περιορισμοί θα λύγιζαν μια οικονομία με εμφανείς εσωτερικές αδυναμίες, το Πεκίνο όχι μόνο άντεξε την πίεση, αλλά κατάφερε να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η εικόνα αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα εμπορικά στοιχεία: το πλεόνασμα της Κίνας στο εμπόριο αγαθών ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο του 1 τρισ. δολαρίων τον Νοέμβριο, επιβεβαιώνοντας ότι η παγκόσμια ζήτηση για κινεζικά προϊόντα παρέμεινε ισχυρή παρά τους αμερικανικούς δασμούς. Οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ υποχώρησαν δραστικά, ωστόσο η απώλεια αυτή αντισταθμίστηκε από την εκρηκτική άνοδο αποστολών προς την Ασία, την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, το Μεξικό και άλλες αγορές.
Το Πεκίνο απάντησε στην πίεση με μεθοδικότητα. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών εφαρμόστηκαν επιλεκτικά, πλήττοντας αλυσίδες εφοδιασμού όπου η εξάρτηση των ΗΠΑ παραμένει υψηλή, χωρίς όμως να προκληθεί πανικός στις αγορές. Παράλληλα, οι κινεζικές επιχειρήσεις ανακατεύθυναν εμπορικές ροές μέσω τρίτων χωρών, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα των δασμών.
Το αποτέλεσμα ήταν μια σιωπηρή αλλά σαφής επίδειξη αντοχής: η Κίνα έχασε πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, αλλά κέρδισε τον υπόλοιπο κόσμο.
Ωστόσο, πίσω από την εξωτερική επιτυχία, η εγχώρια εικόνα παραμένει εύθραυστη. Η βιομηχανική παραγωγή κινήθηκε υποτονικά, οι λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν με τον βραδύτερο ρυθμό των τελευταίων ετών και οι επενδύσεις, ιδίως στον τομέα των ακινήτων, συνέχισαν να υποχωρούν. Η εσωτερική ζήτηση σταθεροποιείται, αλλά δεν έχει ακόμη ανακτήσει τη δυναμική που θα της επέτρεπε να αντικαταστήσει τον εξαγωγικό μοχλό ανάπτυξης. Το βάρος του χρέους στις τοπικές κυβερνήσεις, η επιφυλακτικότητα των καταναλωτών και η εύθραυστη εμπιστοσύνη του ιδιωτικού τομέα παραμένουν ανοιχτές πληγές.
Αυτή η διπλή πραγματικότητα -εξωτερική ανθεκτικότητα και εσωτερικός περιορισμός- αναζωπύρωσε το ερώτημα των διεθνών αγορών: είναι η Κίνα ξανά επενδύσιμη; Η απάντηση δεν είναι ούτε καθολικά θετική ούτε αρνητική. Δεν πρόκειται για επιστροφή στο μοντέλο των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά για μια νέα φάση επιλεκτικών ανοιγμάτων, με αυστηρό στρατηγικό έλεγχο. Οι ευκαιρίες υπάρχουν, αλλά υπό νέους κανόνες και με αυξημένο πολιτικό ρίσκο.
Από την αμερικανική πλευρά, παρά τη μετρίαση της ρητορικής περί «αποσύνδεσης», η αρχιτεκτονική περιορισμών παραμένει ακέραιη. Οι έλεγχοι σε ημιαγωγούς και προηγμένη τεχνολογία, οι μηχανισμοί εποπτείας εξερχόμενων επενδύσεων και οι ανησυχίες για κρίσιμες υποδομές έχουν αποκτήσει θεσμικό βάθος. Επιπλέον, το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ ευνοεί τη σκλήρυνση της στάσης, με αυξημένη πιθανότητα νέας νομοθεσίας το 2026, ανεξαρτήτως προεδρικών προθέσεων.
Η Κίνα κινείται σε αντίστοιχη τροχιά. Η στρατηγική των «νέων παραγωγικών δυνάμεων» δίνει προτεραιότητα στην τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική, την προηγμένη μεταποίηση και την υπολογιστική ισχύ, όχι μόνο ως οικονομικά εργαλεία αλλά και ως στοιχεία εθνικής κυριαρχίας. Το ξένο κεφάλαιο γίνεται δεκτό όταν ενισχύει τη στρατηγική αυτάρκεια και περιορίζεται όταν θεωρείται πηγή ευαλωτότητας. Πρόκειται για μια μορφή «διαχειριζόμενης αποσύνδεσης»: λιγότερο θορυβώδης, πιο στοχευμένη, αλλά σταθερά κατευθυνόμενη.
Η διπλωματία προσέφερε μια προσωρινή ανάσα στα τέλη του 2025, με στόχο τη σταθεροποίηση της σχέσης και τη δημιουργία πλαισίου διαλόγου ενόψει του 2026. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες περίοδοι ηρεμίας είναι εύθραυστες. Καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, το πολιτικό βάρος μπορεί εύκολα να μετατοπιστεί προς νέα μέτρα περιορισμού, τα οποία καμία σύνοδος κορυφής δεν θα μπορεί να ανατρέψει.
Η τεχνολογία αποτελεί το πιο ευαίσθητο πεδίο. Η πρόοδος της Κίνας στην εφαρμοσμένη τεχνητή νοημοσύνη -σε βιομηχανία, logistics, ενέργεια και υποδομές- δημιουργεί οικονομικά οφέλη με άμεση απόδοση, αλλά ταυτόχρονα εντείνει τις ανησυχίες περί διττής χρήσης και γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Παράλληλα, οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά παραμένουν εργαλείο επιρροής, με την ευελιξία στις εξαγωγές να θεωρείται προσωρινή και αναστρέψιμη.
Το συμπέρασμα για τους επενδυτές είναι σαφές: η Κίνα παραμένει επενδύσιμη, αλλά μόνο με αυξημένη επιφυλακτικότητα. Οι πιο ορατές ευκαιρίες εντοπίζονται στην πράσινη τεχνολογία, την αυτοματοποίηση, την προηγμένη μεταποίηση και την εφαρμοσμένη τεχνητή νοημοσύνη, τομείς όπου η χώρα διαμορφώνει πρότυπα αντί να τα ακολουθεί.
Το 2025 απέδειξε ότι η Κίνα μπορεί να αντέξει την εξωτερική πίεση και να κερδίσει χρόνο. Το ερώτημα είναι αν το 2026 θα μετατρέψει αυτή την ανθεκτικότητα σε βιώσιμη εσωτερική ισχύ ή αν η περυσινή επιτυχία θα αποδειχθεί συγκυριακή.
Για επιχειρήσεις και επενδυτές, η στρατηγική πρέπει να συνδυάζει προετοιμασία για σταθερότητα, αλλά και ετοιμότητα για απότομη ανατροπή, ακριβώς όπως φαίνεται να κάνει και το ίδιο το Πεκίνο.
Α.Ν