Οικονομία

«Βόμβα λιπασμάτων» απειλεί την Ευρώπη -Ερχεται σοκ στις τιμές τροφίμων


Ολα τα τρόφιμα έχουν ακριβύνει πολύ από την εποχή που ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ενα δεύτερο κύμα ανατιμήσεων έφερε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές έχουν πλέον εξοικειωθεί με τις υψηλές τιμές, ενώ οι αλυσίδες σουπερμάρκετ διαβεβαιώνουν τους τελευταίους μήνες ότι "παγώνουν" τις τιμές.

Ολοι μιλούν για ακρίβεια. Ομως οι Ευρωπαίοι δεν έχουν δει ακόμη στα ράφια των σούπερ μάρκετ το πραγματικό κόστος του πολέμου.

Πίσω από τη φαινομενική ηρεμία, μια νέα κρίση ωριμάζει αργά και απειλεί να πυροδοτήσει νέο κύμα ακρίβειας στα τρόφιμα το 2027.

Οπως εξηγεί το Politico, η «βόμβα» βρίσκεται στα λιπάσματα. Ο μηχανισμός είναι απλός, αλλά λειτουργεί νομοτελειακά: το φυσικό αέριο παράγει λιπάσματα, τα λιπάσματα στηρίζουν την αγροτική παραγωγή, τα αγροτικά προϊόντα καταλήγουν στο πιάτο του καταναλωτή.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αλυσίδα λειτουργεί με μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις. Γι’ αυτό και οι πραγματικές συνέπειες του πολέμου δεν έχουν ακόμη φανεί.

Μεγάλη επιβάρυνση στους αγρότες

Από τότε που η ιρανική απάντηση στα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα οδήγησε ουσιαστικά στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν εκτιναχθεί κατά 59%.

Αυτό μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε ακριβότερα λιπάσματα, καθώς η Ευρώπη παράγει μεν δικά της αζωτούχα λιπάσματα, αλλά χρησιμοποιεί εισαγόμενο φυσικό αέριο ως βασική πρώτη ύλη. 

Οι τιμές ορισμένων λιπασμάτων έχουν ήδη αυξηθεί έως και 50%. Στη Γερμανία, η ουρία - το πιο διαδεδομένο λίπασμα διεθνώς - πωλείται πλέον περίπου 550 ευρώ ανά τόνο, από περίπου 370 ευρώ πριν από τον πόλεμο (αύξηση 50%!),.

Μέχρι στιγμής, η Ευρώπη στάθηκε τυχερή, σημειώνει το Politico. Οι περισσότεροι αγρότες είχαν ήδη αγοράσει ή «κλειδώσει» τα λιπάσματα για τη φετινή ανοιξιάτικη περίοδο πριν ξεσπάσει η κρίση. Γι’ αυτό και οι επιπτώσεις στις τιμές τροφίμων παραμένουν περιορισμένες.

 Λιγότερα λιπάσματα, μικρότερη παραγωγή

Αυτή η ασπίδα όμως τελειώνει. Οι παραγωγοί αρχίζουν τώρα να κάνουν παραγγελίες για τις φθινοπωρινές σπορές — και εκεί το οικονομικό μοντέλο καταρρέει. Οι τιμές του σιταριού παραμένουν σχεδόν στα ίδια επίπεδα με πριν από τον πόλεμο, ενώ το κόστος λιπασμάτων έχει εκτοξευθεί. Πολλοί αγρότες εξετάζουν πλέον είτε να χρησιμοποιήσουν λιγότερα αζωτούχα λιπάσματα, είτε να στραφούν σε καλλιέργειες με μικρότερες απαιτήσεις.

Και οι δύο επιλογές σημαίνουν μικρότερες αποδόσεις. Το αποτέλεσμα αναμένεται να φανεί στις σοδειές του 2027 — και τότε θα φτάσει και ο πραγματικός λογαριασμός στους καταναλωτές.

Ορισμένες χώρες αισθάνονται ήδη πιο έντονα τις πιέσεις. Η Ιρλανδία διαθέτει ελάχιστη εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων και εξαρτάται σχεδόν πλήρως από εισαγωγές, ενώ το 90% των αγροτικών εκτάσεων είναι βοσκοτόπια που απαιτούν συνεχή χρήση αζωτούχων λιπασμάτων.

Οι περισσότεροι Ιρλανδοί αγρότες αγοράζουν λιπάσματα μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου - άρα πλέον παραγγέλνουν σε «τιμές πολέμου».

Στη Σουηδία, η εθνική ένωση αγροτών υπολογίζει ότι η κρίση έχει ήδη κοστίσει στον αγροτικό τομέα περίπου 160 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 12% των συνολικών κερδών.

 Τα σχέδια της ΕΕ

Οι Βρυξέλλες βλέπουν το πρόβλημα, αλλά οι λύσεις αργούν. Η Κομισιόν προσπαθεί να περιορίσει τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης και έχει χαλαρώσει κανόνες κρατικών ενισχύσεων για να στηρίξει τους αγρότες. Όμως στο θέμα των λιπασμάτων τα περιθώρια είναι στενά.

Το νέο ευρωπαϊκό σχέδιο για τα λιπάσματα, που θα παρουσιάσει στις 19 Μαΐου ο επίτροπος Γεωργίας Κριστόφ Χάνσεν, βασίζεται σε τέσσερις άξονες:

  -  μείωση εξάρτησης από εισαγωγές,
  -  ενίσχυση εγχώριας παραγωγής,
  - ανάπτυξη «πράσινων» εναλλακτικών,
  - περιορισμoί στη χρήση λιπασμάτων.

Το πρόβλημα είναι ότι κανένα από αυτά δεν λύνει το άμεσο πρόβλημα των επόμενων καλλιεργητικών περιόδων.

Η κατασκευή νέου εργοστασίου λιπασμάτων απαιτεί τρία έως τέσσερα χρόνια, ενώ η ευρωπαϊκή παραγωγή βρίσκεται ήδη 19% χαμηλότερα σε σχέση με το 2019.

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται πλέον και ο νέος ευρωπαϊκός μηχανισμός CBAM — ο "φόρος άνθρακα" στις εισαγωγές προϊόντων από χώρες με χαμηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα. Ο μηχανισμός επιβαρύνει και τα εισαγόμενα λιπάσματα, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος σε μια ήδη εκρηκτική συγκυρία.

Η Γαλλία και η Ιταλία ζητούν προσωρινή αναστολή του μέτρου, ενώ η Πολωνία και η Γερμανία — που διαθέτουν μεγάλες μονάδες παραγωγής λιπασμάτων — επιμένουν να παραμείνει.

Παγκόσμιο πρόβλημα

Η κρίση δεν αφορά μόνο την Ευρώπη. Το σοκ στα λιπάσματα εξελίσσεται ήδη σε παγκόσμιο πρόβλημα. Στις ΗΠΑ, περίπου το 70% των αγροτών δηλώνει ότι δεν μπορεί πλέον να αγοράσει όλες τις ποσότητες λιπασμάτων που χρειάζεται. Το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας προβλέπει ότι η φετινή παραγωγή σιταριού θα είναι η μικρότερη της τελευταίας 7ετίας.

Η Βραζιλία αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα φωσφορικών λιπασμάτων. Η Αιθιοπία που εξαρτάται σχεδόν πλήρως από μεταφορές μέσω της Ερυθράς Θαλασσας και του Περσικού Κόλπου, βρίσκεται σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Τα προβλήματα και οι ελλείψεις μεγαλώνουν μετά την απόφαση της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές φωσφορικών λιπασμάτων και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών.

Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι αν ο πόλεμος συνεχιστεί, ακόμη 45 εκατομμύρια άνθρωποι θα βρεθούν σε συνθήκες οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας.

Ο πρόεδρος του Διεθνούς Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης του ΟΗΕ, Άλβαρο Λάριο, συνοψίζει ίσως καλύτερα τον κίνδυνο: «Δεν είναι σαν το σοκ της Ουκρανίας. Εκείνο ήταν άμεσο. Αυτό είναι πιο αργό. Αλλά ξέρουμε ότι έρχεται».

Και όταν φτάσει, οι σημερινές «σταθερές» τιμές στα ράφια των μεγάλων αλυσίδων τροφίμων πιθανότατα θα αποτελούν "ευχάριστη μακρινή ανάμνηση".

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα