Χρηστικά

Πότε επανελέγχονται οι περαιωμένες φορολογικές υποθέσεις


Η διαδικασία που εφαρμόζει η ΑΑΔΕ, μετά τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δικαίωσε προσφεύγουσα επιχείρηση

Νέα δεδομένα για τον επανέλεγχο των φορολογικών υποθέσεων που έχουν κλείσει είτε με φορολογικό έλεγχο είτε με εθελοντική διαδικασία περαίωσης εφαρμόζει η ΑΑΔΕ, μετά τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δικαίωσε  προσφεύγουσα επιχείρηση.

Επίσης η απόφαση, διευκρίνισε το πως αξιολογούνται τα «συμπληρωματικά στοιχεία», τα οποία αποτελούν μόνιμο σημείο τριβής, φορολογουμένων και των ελεγκτών της Εφορίας.

Σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ (1215/2021), τα συμπληρωματικά στοιχεία με τα οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη συναλλαγών, χωρίς όμως να αποδεικνύουν τη μη νομιμότητά τους, ή ανακρίβεια τηρηθέντων βιβλίων και στοιχείων αλλά και υποβληθεισών δηλώσεων, δεν δικαιολογούν επανέλεγχο χρήσεων που έχουν περαιωθεί.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ αναφέρει, πως δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον επανέλεγχο περαιωθείσας χρήσεως δελτίο πληροφοριών, που συντάχθηκε στο πλαίσιο γενικότερου ελέγχου του υπουργείου Οικονομικών για την επαλήθευση των συναλλαγών επιχειρήσεων αγροτικών προϊόντων με υπηρεσία του Δημοσίου εφόσον με το δελτίο αυτό διαπιστώνεται μόνο η ύπαρξη συναλλαγών.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τον επανέλεγχο είναι να αποδεικνύεται από τη φορολογική αρχή αφενός η σύνδεση των εν λόγω συναλλαγών με την απόκρυψη φορολογητέας ύλης και οφειλή φόρου μεγαλύτερου του αρχικώς προσδιορισθέντος, αφετέρου δε αν η αξία των επίμαχων συναλλαγών είχε περιληφθεί ή όχι στις υποβληθείσες δηλώσεις Φ.Π.Α. ήδη περαιωθείσας χρήσης.

Επισημαίνεται ότι με βάση τη νομοθεσία όταν έχει εκδοθεί πράξη προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας και η πράξη αυτή έχει καταστεί οριστική ύστερα από διοικητική επίλυση της διαφοράς, δεν αποκλείεται να εκδοθεί και κοινοποιηθεί συμπληρωματική πράξη, αν από συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία περιήλθαν μεταγενεστέρως στον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και τα οποία ο τελευταίος δεν είχε υπ’ όψιν του κατά την έκδοση της αρχικής πράξεως προσδιορισμού του φόρου, προκύπτει φόρος μεγαλύτερος από το φόρο που είχε προσδιοριστεί αρχικά ή αν η δήλωση ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή.

Σε καμία περίπτωση όμως, σύμφωνα με το ΣτΕ, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει μόνο η πραγματοποίηση συναλλαγών μεταξύ του φορολογούμενου και τρίτου, χωρίς, ωστόσο, να τεκμηριώνεται από την έχουσα το σχετικό βάρος φορολογική Διοίκηση (στο πλαίσιο άμεσης ή έμμεσης απόδειξης) η σύνδεση των εν λόγω συναλλαγών με την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα