Διεθνή

«Στις επάλξεις» όλος ο πλανήτης για τη σύνοδο Τραμπ-Σι


Μετριοπαθείς ελπίδες, αλλά και σημαντικές ανησυχίες γύρω από την κρίσιμη συνάντηση

Από τη Σιγκαπούρη μέχρι τις Βρυξέλλες και από το Τόκιο μέχρι τη Μόσχα, κυβερνήσεις, αγορές και βιομηχανικοί κολοσσοί παρακολουθούν με εξαιρετική αγωνία τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, μια σύνοδο που δεν θα καθορίσει μόνο την πορεία των αμερικανοκινεζικών σχέσεων, αλλά και τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας, της ενέργειας και της γεωπολιτικής ισορροπίας.

Η ατζέντα των συνομιλιών είναι τεράστια και αγγίζει σχεδόν κάθε κρίσιμο μέτωπο του σημερινού διεθνούς συστήματος: εμπορικός πόλεμος, τεχνολογία και τεχνητή νοημοσύνη, έλεγχος εξαγωγών σπάνιων γαιών, Ταϊβάν, πόλεμος με το Ιράν, ενεργειακή ασφάλεια, κυρώσεις και στρατηγικές ισορροπίες στην Ασία.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι οι αποφάσεις που μπορεί να ληφθούν, ή ακόμη και ο τόνος που θα επικρατήσει στη συνάντηση, θα έχουν συνέπειες πολύ πέρα από τις δύο υπερδυνάμεις. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος του κόσμου αναμένει το αποτέλεσμα σχεδόν σαν να πρόκειται για μια άτυπη «σύνοδο κορυφής του παγκόσμιου συστήματος».

Η συγκυρία είναι εξαιρετικά τεταμένη. Τις τελευταίες εβδομάδες, Ουάσιγκτον και Πεκίνο έχουν ανεβάσει δραματικά τους τόνους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατηγορούν την Κίνα για οργανωμένες επιχειρήσεις κλοπής αμερικανικής τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης σε βιομηχανική κλίμακα, ενώ το Πεκίνο αντέδρασε καλώντας κινεζικές επιχειρήσεις να αγνοήσουν αμερικανικές κυρώσεις που σχετίζονται με το ιρανικό πετρέλαιο.

Ταυτόχρονα, η Κίνα υποδέχθηκε τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι δεν προτίθεται να αποστασιοποιηθεί από την Τεχεράνη παρά τις πιέσεις της Ουάσιγκτον.

Η συνάντηση είχε αρχικά προγραμματιστεί για τον Μάρτιο, όμως αναβλήθηκε λόγω της αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο με το Ιράν, μια σύγκρουση που προκάλεσε το σοβαρότερο ενεργειακό σοκ στη σύγχρονη ιστορία, εκτινάσσοντας το κόστος ενέργειας και ενισχύοντας τον φόβο για παγκόσμια επιβράδυνση.

Πλέον, η διεθνής κοινότητα αναζητεί κυρίως ένα πράγμα: σταθεροποίηση.

Οικονομολόγοι και γεωπολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και μια περιορισμένη συμφωνία αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να αποτρέψει περαιτέρω αποσταθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου και των αγορών. Αντίθετα, μια αποτυχημένη ή συγκρουσιακή σύνοδος ενδέχεται να παρατείνει τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, να διαταράξει περαιτέρω τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να επιβαρύνει την παγκόσμια ανάπτυξη.

Στο επίκεντρο της συνάντησης βρίσκεται και το ζήτημα των σπάνιων γαιών, ενός από τα πιο στρατηγικά όπλα που διαθέτει σήμερα η Κίνα. Η απόφαση του Πεκίνου να περιορίσει εξαγωγές κρίσιμων μετάλλων και μαγνητών, αλλά και να μπλοκάρει ημιαγωγούς που σχετίζονται με κινεζικές δραστηριότητες της Nexperia, προκάλεσε σοβαρούς κραδασμούς στις αυτοκινητοβιομηχανίες και στις αλυσίδες τεχνολογικής παραγωγής σε Ευρώπη, Ιαπωνία και Νότια Κορέα.

Η Ευρώπη φοβάται νέο οικονομικό παραγκωνισμό

Παρότι οι Βρυξέλλες επιθυμούν αποκλιμάκωση στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και αναλυτές ανησυχούν ότι μια επιτυχημένη συμφωνία ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο θα μπορούσε τελικά να λειτουργήσει εις βάρος της Ευρώπης.

Ένα πιθανό ενεργειακό deal, στο οποίο η Κίνα θα δεσμευόταν να αυξήσει σημαντικά τις αγορές αμερικανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις διεθνείς τιμές ενέργειας και να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος μετά τις αλλεπάλληλες γεωπολιτικές κρίσεις.

Παράλληλα, ενδεχόμενες κινεζικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στις ΗΠΑ ή νέα εμπορικά ανοίγματα προς αμερικανικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τη θέση ευρωπαϊκών εταιρειών σε κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας και της τεχνολογίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται έτσι σε ένα σύνθετο στρατηγικό δίλημμα: από τη μία χρειάζεται αποκλιμάκωση της διεθνούς έντασης για να προστατεύσει την οικονομία της, από την άλλη φοβάται ότι ένας νέος αμερικανοκινεζικός συμβιβασμός μπορεί να δημιουργήσει μια παγκόσμια αρχιτεκτονική, στην οποία η Ευρώπη θα έχει μικρότερη επιρροή και περιορισμένο οικονομικό χώρο.

Πέραν αυτών, η Ταϊβάν παραμένει ίσως το πιο εκρηκτικό κεφάλαιο της συνόδου. Το Πεκίνο πιέζει την κυβέρνηση Τραμπ να περιορίσει τις αμερικανικές δεσμεύσεις ασφαλείας προς το νησί και να αναθεωρήσει πτυχές της επίσημης αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Ταϊπέι.

Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της, ενώ η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του νησιού απορρίπτει κατηγορηματικά αυτόν τον ισχυρισμό. Για χρόνια, το Πεκίνο καταγγέλλει τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν και τη στρατιωτική στήριξη της Ουάσιγκτον.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και μια ασαφής ρητορική υποχώρηση του Τραμπ στο θέμα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές γεωπολιτικές αναταράξεις. Ο φόβος είναι ότι μια έμμεση αποδοχή κινεζικής «σφαίρας επιρροής» γύρω από την Ταϊβάν, ως αντάλλαγμα για οικονομικές ή ενεργειακές συμφωνίες, θα ενθάρρυνε το Πεκίνο να κινηθεί ακόμη πιο επιθετικά απέναντι στο νησί.

Τα βλέμματα είναι στραμμένα και στο Στενό του Ορμούζ, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης. Χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο του Κόλπου, έχουν πληγεί ιδιαίτερα από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Η Σιγκαπούρη και άλλες κυβερνήσεις της περιοχής ανησυχούν βαθιά για τις επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας και στην οικονομική δραστηριότητα. Ένα από τα σενάρια που συζητούνται είναι το ενδεχόμενο αμερικανοκινεζικής συνεργασίας για την αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, εξέλιξη που θα μπορούσε να μειώσει προσωρινά τις πιέσεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι ένα τόσο φιλόδοξο αποτέλεσμα παραμένει δύσκολο.

Την ίδια στιγμή, η Μόσχα παρακολουθεί τη σύνοδο με εμφανή νευρικότητα. Η στήριξη της Κίνας έχει αποκτήσει κομβική σημασία για τη Ρωσία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις δυτικές κυρώσεις.

Αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο φοβάται μια πιθανή βελτίωση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Πεκίνου, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε περιορισμό της κινεζικής υποστήριξης προς τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.

Δεν θεωρείται τυχαίο ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν αναμένεται να ταξιδέψει στο Πεκίνο λίγες μόλις ημέρες μετά την αποχώρηση του Τραμπ, σε μια κίνηση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια επιβεβαίωσης της στρατηγικής σχέσης Μόσχας-Πεκίνου.

Το βέβαιο είναι ότι η συνάντηση Τραμπ-Σι ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας κλασικής διμερούς διαπραγμάτευσης. Την ώρα που ο πόλεμος, η ενεργειακή κρίση, οι τεχνολογικές συγκρούσεις και ο κατακερματισμός της παγκοσμιοποίησης αναδιαμορφώνουν τον κόσμο, η εικόνα των δύο ισχυρότερων ηγετών του πλανήτη στο ίδιο τραπέζι αποκτά βαρύτητα που ξεπερνά τις ίδιες τις δηλώσεις τους.

Το θέμα δεν είναι αν θα υπάρξει μια μεγάλη συμφωνία, αλλά αν ο κόσμος θα αποφύγει ένα ακόμη βήμα προς μια νέα εποχή μόνιμης γεωπολιτικής σύγκρουσης.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα