Χρηστικά

Πότε η ΑΑΔΕ επιβάλλει φόρους κατ΄ εκτίμηση ή και προληπτικά


Στην περίπτωση που η Εφορία ανακαλύψει ότι κάποιος φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει φορολογική δήλωση, εισοδήματος, ακινήτων ή για άλλη συναλλαγή, τότε έχει τη δυνατότητα να επιβάλει φόρο κατ΄ εκτίμηση.

Παράλληλα, όταν υπάρχουν πληροφορίες ή ενδείξεις ότι κάποιος ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, τότε επιβάλλει «προληπτικός φόρο», ακόμη και πριν τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης.

Πρόκειται για δύο διατάξεις του φορολογικού κώδικα, οι οποίες ήταν ξεχασμένες μέχρι και το φθινόπωρο του 2020, οι οποίες έκτοτε ενεργοποιήθηκαν και την τελευταία διετία έχουν εφαρμοστεί σε δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις φορολογουμένων, οι οποίοι εντοπίστηκαν μέσα από διασταυρώσεις ή από καταγγελίες πολιτών ή και από άλλες Αρχές, όπως η Οικονομική Αστυνομία, ή την Αρχή Kαταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Ο φόρος κατ΄ εκτίμηση

Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν έχει υποβληθεί φορολογική δήλωση, η ΑΑΔΕ προσδιορίζει τα εισοδήματα και τον φόρο, με βάση τα στοιχεία που έχουν οι αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες στη διάθεσή της.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας, «σε περιπτώσεις που ο φορολογούμενος, παρά την υποχρέωση του να υποβάλει φορολογική δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, δεν υποβάλει φορολογική δήλωση, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εκδώσει πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου ορίζοντας τη φορολογητέα ύλη, με βάση κάθε στοιχείο και πληροφορία που έχει στη διάθεσή της και αφορούν ιδίως το επίπεδο διαβίωσης του φορολογουμένου, την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του ή ομοειδείς επιχειρηματικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες».

Επίσης, ο Κώδικας προβλέπει ότι, «ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της κατ' εκτίμηση φορολογητέας ύλης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Εάν, μετά την έκδοση της πράξης αυτής, ο φορολογούμενος υποβάλλει φορολογική δήλωση, η πράξη αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως».

Στη συνέχεια, ο φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητήσει το ποσό του φόρου ή το ύψος των περιουσιακών στοιχείων που βρήκε η Εφορία, προσκομίζοντας τα αντίστοιχα δικαιολογητικά.

Προληπτικός φόρος

Εκτός από τον εκτιμώμενο προσδιορισμό του φόρου, ο Κώδικας προβλέπει και τον «προληπτικό προσδιορισμό του φόρου», ακόμη και πριν τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης, για άτομα που υπάρχουν υποψίες ότι σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Ειδικότερα ο Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών, αναφέρει συγκεκριμένα, ότι «η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να εκδίδει πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου μετά την έναρξη της φορολογικής περιόδου αλλά πριν την ημερομηνία υποβολής της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης, προκειμένου να διασφαλίσει την άμεση είσπραξη του φόρου, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι ο φορολογούμενος σκοπεύει να εγκαταλείψει τη χώρα, θέτοντας σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου, ιδίως μέσω της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο».

Στην περίπτωση αυτή, ο φορολογούμενος δύναται να προσφύγει κατά της πράξης προληπτικού προσδιορισμού φόρου απευθείας ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου αμφισβητώντας τη συνδρομή των περιστάσεων που δικαιολογούν την έκδοση της πράξης προληπτικού προσδιορισμού φόρου.

Ο φορολογούμενος, είτε καταβάλλει εφάπαξ τη φορολογική οφειλή που ορίζεται από τον προληπτικό προσδιορισμό φόρου, είτε εξασφαλίζει την καταβολή αυτής, παρέχοντας εγγύηση ή αποδεχόμενος την εγγραφή βάρους επί της περιουσίας του υπέρ της Φορολογικής Διοίκησης για το συνολικό ποσό της φορολογικής οφειλής. Η εγγύηση και η εγγραφή βάρους διατηρούνται μέχρι την πλήρη εξόφληση της φορολογικής υποχρέωσης.

Ο προληπτικός προσδιορισμός φόρου ακολουθείται από διορθωτικό προσδιορισμό φόρου εντός ενός (1) έτους μετά την ημερομηνία έκδοσης της πράξης προληπτικού προσδιορισμού φόρου».

Διαβαστε επισης