Τράπεζες

Πώς θα γίνει κούρεμα των στεγαστικών δανείων!


Το όριο προστασίας, το κυπριακό μοντέλο και οι κρίσιμες λεπτομέρειες της «ελληνοποίησής» του

Στην τελική ευθεία μπαίνουν οι διαβουλεύσεις στο τρίγωνο κυβέρνησης, τραπεζών, δανειστών για τη διαμόρφωση του νέου μοντέλου προστασίας της πρώτης κατοικίας των ασθενέστερων δανειοληπτών, που θα βασισθεί στο κυπριακό σχέδιο «Εστία», το οποίο προβλέπει και κούρεμα δανείων, όταν το ύψος της οφειλής ξεπερνά την αγοραία αξία της κατοικίας.

Οι τραπεζίτες ολοκληρώνουν σήμερα, σε ειδική συνάντηση στην Ένωση Τραπεζών, τη δική τους πρόταση προς την κυβέρνηση, ώστε από την Δευτέρα να συζητηθεί και με τους εκπροσώπους των δανειστών, που φθάνουν στην Αθήνα.

Για το θέμα του ορίου αξίας της κατοικίας, που θα ισχύσει για την εφαρμογή των προστατευτικών ρυθμίσεων, φαίνεται ότι υπάρχει η προοπτική συμφωνίας μεταξύ της κυβέρνησης και των τραπεζών σε ένα επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από το σημερινό ελάχιστο όριο των 180.000 ευρώ (για τον άγαμο δανειολήπτη).

Η κυβέρνηση προτείνει να μειωθεί το όριο στα 150.000 ευρώ, οι τραπεζίτες θα προτιμούσαν να μειωθεί στα 100.000 ευρώ, ενώ η Κομισιόν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προκρίνουν μεγαλύτερη μείωση, ακόμη και κάτω από τα 100.000 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, ένα «σημείο ισορροπίας» που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από όλες τις πλευρές είναι τα 120.000 – 130.000 ευρώ.

Εκτός του ορίου αξίας, όμως, εξίσου μεγάλη σημασία για τη διαμόρφωση του μοντέλου προστασίας έχει το πώς ακριβώς θα προσαρμοσθεί στα ελληνικά δεδομένα το κυπριακό μοντέλο «Εστία», καθώς οι τραπεζίτες επιδιώκουν να αποφύγουν ένα κούρεμα δανείων με τους ίδιους όρους που έχει εφαρμοσθεί στην Κύπρο.

Το κυπριακό μοντέλο είναι αρκετά απλό: όπως αναφέρει το υπουργείο Οικονομικών της Κύπρου, για τα δάνεια που υπάγονται, βάσει κριτηρίων, στο σχέδιο «Εστία» προβλέπεται ότι η αναδιάρθρωση θα γίνεται «σε ένα ποσό που θα υπολογίζεται ως το χαμηλότερο μεταξύ: του υπολοίπου του δανείου και της ανοικτής αγοραίας αξίας της κατοικίας».

Αυτό σημαίνει ότι, εάν η αξία της κατοικίας είναι χαμηλότερη από το υπόλοιπο του δανείου, αυτό θα αναπροσαρμόζεται στο ύψος της αξίας. Εάν, για παράδειγμα, ο δανειολήπτης χρωστάει 100 ευρώ και η αξία κατοικίας είναι 70, καλείται να εξοφλήσει δάνειο 70 ευρώ. Τα υπόλοιπα 30 «παρκάρονται» και διαγράφονται όταν πληρωθεί το ποσό που έχει ρυθμισθεί.

«Οι επιλέξιμοι δανειολήπτες», σύμφωνα με το κυπριακό υπ. Οικονομικών, «αποπληρώνουν στην Τράπεζα τα 2/3 των πληρωμών τόκων και κεφαλαίου σύμφωνα με τους όρους του αναδιαρθρωμένου δανείου. Το Κράτος καταβάλει το 1/3 των πληρωμών τόκων και κεφαλαίου».

Η «ελληνοποίηση»

Από το σχέδιο της Κύπρου, το μόνο στοιχείο που υιοθετείται χωρίς διαφοροποιήσεις είναι η συμμετοχή του Δημοσίου κατά το 1/3 στις πληρωμές των αναδιαρθρωμένων δανείων. Δεκτό είναι, επί της αρχής, και ότι οι τράπεζες θα συμμετάσχουν στο κόστος της συνολικής ρύθμισης με κάποιες διαγραφές δανείων, όμως οι τραπεζίτες επιμένουν ότι δεν θα πρέπει να γενικευθεί το «κούρεμα» με βάση την αγοραία αξία, όπως ισχύει στην Κύπρο.

Ειδικότερα, ένα βασικό θέμα είναι ποια αξία κατοικίας θα αποτελέσει βάση για τις ρυθμίσεις: δεν είναι σαφές αν θα πρόκειται για την αντικειμενική αξία, ή την αγοραία αξία, που θα προσδιορίζεται από εκτιμητές, όπως συμβαίνει ήδη στις διαδικασίες πλειστηριασμών.

Προφανές είναι ότι, αν ληφθεί υπόψη η αντικειμενική αξία, ο ρυθμίσεις των δανείων θα γίνουν χωρίς σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες, αφού στις αντικειμενικές τιμές δεν έχουν περάσει οι μεγάλες μειώσεις στις τιμές των κατοικιών, που σημειώθηκαν στα χρόνια της κρίσης.

Επιπλέον, οι τράπεζες φέρονται να προκρίνουν ένα μοντέλο προσδιορισμού του ποσού δανείου που θα ρυθμισθεί, το οποίο είναι αρκετά διαφορετικό από το κυπριακό. Ζητούν, ειδικότερα, να γίνεται κούρεμα μόνο όταν το ποσό του δανείου είναι τουλάχιστον 20%  υψηλότερο από την αξία της κατοικίας. Δηλαδή, στο παράδειγμα που προαναφέραμε, αν οφείλονται 100 ευρώ και η αξία της κατοικίας είναι 70, το ποσό δανείου που θα άγεται σε ρύθμιση θα είναι 84 ευρώ και όχι 70, όπως ισχύει στην Κύπρο.

Με αυτή την τροποποίηση, αλλά και με τη μείωση του ορίου αξίας της πρώτης κατοικίας που θα μπορεί να προστατευθεί, οι τράπεζες επιδιώκουν να περιορίσουν σημαντικά τις απώλειες που θα έχουν τελικά από τις αναδιαρθρώσεις δανείων των ασθενέστερων.

Διαβάστε επίσης