Τράπεζες

«Ωρολογιακή βόμβα» στις τράπεζες με δάνεια 15 δισ. ευρώ


Τα δάνεια που τελούν σε αναστολή λόγω της κρίσης εκφράζονται φόβοι ότι θα περάσουν στην κατηγορία των «κόκκινων»

Σε μια περίοδο παρατεταμένης αγωνίας για τα «κόκκινα» δάνεια έχει οδηγήσει τις τράπεζες η κρίση του κορονοϊού, καθώς δάνεια ύψους 15 δισ. ευρώ έχουν περάσει σε προσωρινή αναστολή πληρωμής δόσεων ως το τέλος του έτους, ενώ αρκετά, τα οποία αφορούν τον τουριστικό τομέα, έχουν πάρει αναστολή ως το τέλος του επόμενου χρόνου.

Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο ποσό δανείων, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 9,2% των συνολικών δανείων των τραπεζών (με στοιχεία τέλους Μαρτίου 2020) ή σε 25% των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό αυτά τα δάνεια, στη λήξη της περιόδου αναστολής, θα επανέλθουν στα κανονικά εξυπηρετούμενα και πόσα εξ αυτών θα προστεθούν στα μη εξυπηρετούμενα, την ώρα που οι τράπεζες θα πασχίζουν να κατεβάσουν το δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χωρίς σοβαρές ελπίδες επιτυχίας: ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, τόνισε την Τρίτη, μιλώντας σε διαδικτυακή εκδήλωση που οργάνωσε το ΙΟΒΕ, ότι οι τράπεζες, ακόμη και αν δεν υπολογίσουμε πρόσθετα «κόκκινα» δάνεια που θα προκαλέσει η κρίση του κορονοϊού, στο τέλος του 2021 θα έχουν καταφέρει να μειώσουν το δείκτη λίγο κάτω από το 20%, ποσοστό πολύ υψηλό σε σχέση με το μέσο όρο της ευρωζώνης.

Τραπεζικά στελέχη προτιμούν ως τώρα να βλέπουν το πρόβλημα των δανείων που τελούν σε αναστολή πληρωμής  από θετική πλευρά. Όπως λένε,

  • Ακόμη και στο χειρότερο σενάριο, όπου όλα αυτά τα δάνεια περνούν στο «κόκκινο» χαρτοφυλάκιο, οι τράπεζες έχουν απόθεμα κεφαλαίου για να απορροφήσουν τη ζημιά, χωρίς να πέσει κάτω από τα ελάχιστα όρια ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας και να αρχίσουν οι… περιπέτειες. Αυτό ακριβώς τόνισε σε πρόσφατη ανάλυσή της και η HSBC, υπολογίζοντας ότι οι τράπεζες έχουν το περιθώριο να περάσουν έως και 15% των δανείων τους στα «κόκκινα».
  • Οι απώλειες που θα υπάρξουν υπολογίζεται ότι δεν θα είναι μεγάλες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που γίνονται, το ένα τρίτο των δανείων σε αναστολή θα «κοκκινίσουν», τελικά, δηλαδή δάνεια γύρω στα 5 δισ. ευρώ. Τούτο διότι η δυνατότητα αναστολής πληρωμών προσφέρθηκε σε κατά τεκμήριο καλούς πελάτες, δηλαδή σε πελάτες που ήταν ενήμεροι ως τα τέλη του 2019. Έτσι, οι πιθανότητες αθέτησης περιορίζονται.

Η κακή πλευρά

Όμως, η υπάρχει και διαφορετική οπτική γωνία εξέτασης του ίδιου προβλήματος, που δεν οδηγεί σε εξίσου ευχάριστα συμπεράσματα. Αντίθετα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα δάνεια σε αναστολή αποτελούν μια αρκετά επικίνδυνη «ωρολογιακή βόμβα».

Σύμφωνα με όσα σημείωνε η Τράπεζα της Ελλάδος στην πρόσφατη έκθεση για τη νομισματική πολιτική, τα δάνεια σε αναστολή είναι τα πλέον επικίνδυνα να «κοκκινίσουν». «Δεδομένης της επίδρασης της πανδημίας, εκτιμάται ότι μέρος των μέχρι στιγμής εξυπηρετούμενων δανείων θα καταγραφεί ως μη εξυπηρετούμενο στα τέλη του 2020 ή κατά τη διάρκεια του 2021, ιδίως δε στις περιπτώσεις δανείων που καταγράφονται ως εξυπηρετούμενα είτε λόγω του ότι έχουν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης είτε επειδή, λόγω της πανδημίας, τελούν σε καθεστώς προσωρινής αναστολής καταβολής δόσεων κατ' εφαρμογή σχετικών διατάξεων».

Η γενικότερη εμπειρία από τις ρυθμίσεις δανείων εκ μέρους των τραπεζών δεν εμπνέει μεγάλη αισιοδοξία για την επιτυχή έκβαση των αναστολών, που αποτελούν και μορφή βραχυπρόθεσμης ρύθμισης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (έκθεση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα) από τα ρυθμισμένα δάνεια που υπήρχαν στο τέλος του 2019 και ανέρχονταν σε 38,6 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 22,9% των συνολικών δανείων το ένα πέμπτο (ποσοστό 19,9%) είχαν ήδη περάσει στα μη εξυπηρετούμενα, με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών.

Εξάλλου, ένα μεγάλος μέρος των δανείων που έχουν περάσει σε αναστολή αφορά επιχειρήσεις του τουριστικού τομέα, οι οποίες δέχονται το πιο βαρύ πλήγμα από την κρίση και έχουν λάβει αναστολή ως το τέλος του 2021. Αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις, όμως, είναι που σταθερά προβληματίζουν έντονα την Τράπεζα της Ελλάδος για τη συμπεριφορά τους έναντι των υποχρεώσεων προς τις τράπεζες. «Συνεχίζει να προβληματίζει το γεγονός ότι ο κλάδος του τουρισμού / καταλυμάτων παρουσιάζει υψηλό ποσοστό Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (27,6%), παρά τον εξωστρεφή χαρακτήρα, και τη διευρυνόμενη συμβολή του στο ΑΕΠ», τόνιζε η ΤτΕ στην τελευταία της έκθεση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει το «φαινόμενο του γκρεμού» (“cliff effect”) σε αυτή την κρίση: πολλές επιχειρήσεις θα κερδίσουν χρόνο και θα προχωρήσουν, με διάφορες διευκολύνσεις από τράπεζες και κυβερνήσεις, αλλά στο τέλος της πορείας θα διαπιστώσουν ότι βρίσκονται μπροστά σε γκρεμό, αφού δεν θα έχουν πλέον τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους και την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους. Σε αυτή την κατηγορία σίγουρα θα βρεθούν αρκετές από τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει αναστολή στα δάνειά τους.

Όσο για το επιχείρημα περί ανθεκτικότητας των κεφαλαίων των τραπεζών ακόμη και σε ένα πολύ δυσμενές σενάριο για τα δάνεια σε αναστολή, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός που επισημαίνει συνεχώς η Τράπεζα της Ελλάδος, δηλαδή ότι τα κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών σε πολύ μεγάλο βαθμό (60% τώρα και σύντομα 75%) αποτελούνται από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC), οι οποίες δεν μπορούν να απορροφήσουν ζημιές, χωρίς να ενεργοποιηθεί ο νόμος για την έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, κάθε υπολογισμός που γίνεται για την ανθεκτικότητα των τραπεζικών κεφαλαίων σε ένα νέο κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει πολύ μεγάλο βαθμό κινδύνου, όπως σημειωνόταν και σε πρόσφατη έκθεση της HSBC.

Διαβάστε επίσης