Η σύγχρονη νευροεπιστήμη δεν «σκοτώνει» τη φιλοσοφία. Αντίθετα, αναγκάζει τα πιο δύσκολα ερωτήματά της να αλλάξουν τόπο: από την αφηρημένη θεωρία στον ζωντανό, ενσώματο εγκέφαλο. Η ελεύθερη βούληση, το νόημα της ζωής και η έννοια του εαυτού δεν εξαφανίζονται, αλλά μετασχηματίζονται.
Η φιλοσοφία και η επιστήμη υπήρξαν ανέκαθεν συγκάτοικοι. Αν γυρίσουμε αρκετά πίσω στον χρόνο, τα όρια ανάμεσά τους θολώνουν: πριν από τα όργανα μέτρησης, υπήρχε μόνο ο στοχασμός. Από αυτή τη διανοητική παράδοση γεννήθηκε σταδιακά η επιστημονική μέθοδος και καθώς τα εργαλεία βελτιώνονταν, επιμέρους επιστήμες αποσπάστηκαν από τον φιλοσοφικό κορμό.
Η αστρονομία απομάκρυνε τους θεούς από τον ουρανό. Η γεωλογία έδωσε ηλικία στη Γη. Η φυσική ένωσε τον χρόνο με τον χώρο, επανατοποθετώντας τον άνθρωπο όχι έξω από τη φύση, αλλά ως προέκτασή της. Τον 21ο αιώνα, η επιστήμη επιχειρεί κάτι αντίστοιχα ριζοσπαστικό: να χαρτογραφήσει το μυαλό.
Οι εξελίξεις στη νευροαπεικόνιση και τη βιοφωτονική μας έχουν φέρει πιο κοντά από ποτέ σε μια υλική εικόνα της συνείδησης. Όμως τα ερωτήματα που αναδύονται, δεν εξαφανίζονται κάτω από το μικροσκόπιο. Αντίθετα, η νευροεπιστήμη επιστρέφει στην πόρτα της φιλοσοφίας, δοκιμάζοντας τα όρια των πιο ανθεκτικών της προβλημάτων.
1. Ελεύθερη βούληση: ανάμεσα στο ρολόι και το χάος
Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Πιερ-Σιμόν Λαπλάς φαντάστηκε ένα Σύμπαν-ρολόι. Αν ένα υποθετικό ον γνώριζε τη θέση και την ταχύτητα κάθε σωματιδίου, θα μπορούσε να προβλέψει το μέλλον με απόλυτη ακρίβεια. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η ελευθερία μοιάζει ψευδαίσθηση.
Η σύγχρονη νευροεπιστήμη μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με έναν βιολογικό «δαίμονα του Λαπλάς». Αν οι σκέψεις και οι πράξεις μας είναι προϊόντα νευρωνικών διεργασιών, μήπως είμαστε απλώς γρανάζια; Ο νευροβιολόγος Ρόμπερτ Σαπόλσκι υποστηρίζει ακριβώς αυτό: κάθε πράξη είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα γονιδίων, περιβάλλοντος, στρες και κοινωνικού πλαισίου.
Κλινικά παραδείγματα ενισχύουν αυτή την εικόνα. Ασθενείς με βλάβες σε συγκεκριμένα κυκλώματα του εγκεφάλου χάνουν τη βούληση για δράση, μια κατάσταση γνωστή ως αβουλία, η οποία μπορεί να αναστραφεί με φαρμακευτική παρέμβαση. Ό,τι κι αν σημαίνει «ελεύθερη βούληση», φαίνεται να εξαρτάται από λίγα κυβικά εκατοστά εγκεφαλικού ιστού.
Ωστόσο, το νομικό και ηθικό μας σύστημα λειτουργεί ήδη με διαβαθμίσεις ευθύνης. Αυτή η πραγματικότητα ταιριάζει περισσότερο με τη συμβιβαστική θέση του Ντάνιελ Ντένετ:
Η ελευθερία δεν είναι απουσία αιτίων, αλλά η ικανότητα ενός συστήματος να ενεργεί βάσει των δικών του κινήτρων
Ο εγκέφαλος δεν είναι εκκρεμές, ούτε απλό κύκλωμα. Είναι ένα μη γραμμικό, δυναμικό δίκτυο, όπου μικρές διαφορές μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Οι νευρωνικές διεργασίες δεν καθορίζουν ένα μοναδικό μέλλον, διαμορφώνουν πιθανότητες. Μέσα σε αυτό το πιθανοκρατικό τοπίο, αναδύεται μια φυσιοκρατική μορφή ελευθερίας: όχι μαγική, αλλά πραγματική.
2. Το υπαρξιακό πρόβλημα του νοήματος
Ο υπαρξισμός γεννήθηκε από την κατάρρευση της θεολογικής βεβαιότητας. Στον 20ό αιώνα, μετά τους παγκόσμιους πολέμους και το Άουσβιτς, ακόμα και η λογική φάνηκε ανεπαρκής. Για τον Σαρτρ, το νόημα δεν μας δίνεται, το δημιουργούμε μέσω των επιλογών μας.
Ο Αλμπέρ Καμύ διαφώνησε. Για εκείνον, το πρόβλημα δεν ήταν η απουσία νοήματος, αλλά η ανθρώπινη εμμονή να το αναζητά. Το «παράλογο» γεννιέται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη μας για νόημα και την αδιαφορία του Σύμπαντος.
Σήμερα, μια νέα προσέγγιση, ο νευροϋπαρξισμός, επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα. Αν το νόημα είναι υποκειμενική εμπειρία, τότε μπορούμε να το μελετήσουμε εμπειρικά. Έρευνες δείχνουν ότι η ίδια η πράξη της νοητικής «μετακίνησης» στον χρόνο -η ανάμνηση ή η προσδοκία- ενισχύει το αίσθημα νοήματος.
Το νόημα, με αυτή την έννοια, δεν είναι κάτι που επινοούμε αυθαίρετα. Είναι κάτι που μας συμβαίνει. Είναι προϊόν του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος οργανώνει την εμπειρία, συνδέοντας γεγονότα σε συνεκτικά αφηγήματα. Το Σύμπαν είναι αδιάφορο. Το νόημα αναδύεται, επειδή εμείς μπορούμε να νιώθουμε.
3. Ο εαυτός: ιστορία, σώμα ή δίκτυο;
Οι φιλόσοφοι του 20ού αιώνα δεν συμφώνησαν ποτέ για το πού «ζει» το εγώ. Ο Χάιντεγκερ το είδε στις πράξεις και τις δεσμεύσεις μας. Ο Μερλώ-Ποντύ το εντόπισε στο βιωμένο σώμα. Ο Ντέρεκ Πάρφιτ το μετέφερε στην ψυχολογική συνέχεια.
Η νευροεπιστήμη προσθέτει έναν νέο παίκτη: το δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας (DMN), ένα σύνολο εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιούνται όταν σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, το παρελθόν και το μέλλον. Όταν αυτό το δίκτυο αποδιοργανώνεται -είτε μέσω ψυχεδελικών ουσιών, είτε σε καταστάσεις αποπροσωποποίησης- το αίσθημα του εαυτού αλλάζει δραστικά.
Η εμπειρία δείχνει ότι ο εαυτός δεν είναι ούτε καθαρή αφήγηση, ούτε απλή σωματική αίσθηση. Είναι μια εύθραυστη συμφωνία ανάμεσα στο σώμα, το συναίσθημα και την ιστορία που λέμε για τον εαυτό μας. Όπως υποστηρίζει ο Ανίλ Σεθ, η συνείδηση είναι πρωτίστως ένα σύστημα πρόβλεψης και ρύθμισης, ένας «βιολογικός ελεγκτής» που προσπαθεί να κρατήσει το σώμα ζωντανό.
Ο εγκέφαλος, αποκομμένος από το σώμα, δεν είναι νους. Μέσα στο σώμα, όμως, γίνεται ένα δυναμικό σύστημα που μπορεί να προβλέπει, να αμφιβάλλει, να νοηματοδοτεί και να νιώθει «κάποιος».
Φαίνεται ότι η νευροεπιστήμη δεν απαντά στα φιλοσοφικά ερωτήματα. Μας δείχνει όμως πού ακριβώς κατοικούν.