Διεθνή

Κλονισμένοι από τον εμπορικό πόλεμο του Τραμπ, οι Δυτικοί παίρνουν τον δρόμο του Πεκίνου


Το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και ο Καναδάς, επιδιώκει να γυρίσει την σελίδα του διπλωματικού ψύχους με την Κίνα για να ενισχύσει τις οικονομικές σχέσεις: απέναντι στον τελωνειακό πόλεμο της Ουάσινγκτον του Ντόναλντ Τραμπ, οι Δυτικοί στρέφονται προς το Πεκίνο για να επιχειρήσουν μία ντελικάτη προσέγγιση υπό την σκιά των ανισόρροπων εμπορικών ανταλλαγών και των κινδύνων ασφαλείας.

«Είναι προς το εθνικό μας συμφέρον να συνομιλήσουμε την Κίνα (...) την δεύτερη οικονομία στον κόσμο, τον τρίτο εμπορικό μας εταίρο», δήλωσε ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ ξεκινώντας την επίσκεψή του στην Κίνα.

Μπροστά σε μία ζοφερή οικονομική συγκυρία, ο Κιρ Στάρμερ επιδιώκει μία «ρεαλιστική» σύμπραξη με το Πεκίνο έπειτα από πολυετή ένταση και κάνει λόγο για «πρόοδο» σχετικά με τα κινεζικά δικαιώματα επί του ουίσκι.

Στα μέσα του Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ υπέγραφε με το Πεκίνο «προκαταρκτική αλλά ιστορική» εμπορική συμφωνία για τους αμοιβαίους δασμούς και την εισαγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων, δίνοντας τέλος στις πολυετείς τριβές.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν τον Δεκέμβριο και οι πρωθυπουργοί της Ιρλανδίας και της Φινλανδίας στις αρχές τους Ιανουαρίου έκαναν το ίδιο ταξίδι προς το Πεκίνο.

«Μία κούρσα έχει ξεκινήσει ανάμεσα στους ευρωπαίους ηγέτες για να συναντήσουν τον Σι Τζινπίνγκ και να εξασφαλίσουν επενδύσεις και πρόσβαση στην κινεζική αγορά», σχολιάζει ο Hosuk Lee-Makiyama, ερευνητής του European Centre for International Political Economy.

Στόχος της Οττάβας, που έχει πληγεί από την αμερικανική τελωνειακή επίθεση, ήταν «η προσαρμογή της στρατηγικής της σε έναν κόσμο όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες χρησιμοποιούνται ως όπλα και όπου η αρμονική αλληλεξάρτηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες» έχει εξανεμισθεί, δηλώνει η Vina Nadjibulla της Asia Pacific Foundation του Καναδά.

«Στοχευμένες και ελεγχόμενες αναπροσαρμογές»

«Οι επισκέψεις αυτές απηχούν μάλλον στοχευμένες και ελεγχόμενες αναπροσαρμογές στο πλαίσιο μίας συγκυρίας αυξανόμενης αβεβαιότητας σχετικά με την αμερικανική πολιτική παρά στρατηγική στροφή προς την Κίνα», θεωρεί η Yue Su, οικονομολόγος της Economist Intelligence Unit.

«Οι απειλές και η απουσία προβλεψιμότητας του Τραμπ είναι το υπόστρωμα, αλλά το βασικό κίνητρο είναι η διαχείριση του ρίσκου: σταθεροποίηση των τεταμένων σχέσεων, εξασφάλιση περιορισμένων οικονομικών πλεονεκτημάτων, διερεύνηση των ευκαιριών που προσφέρει η απέραντη κινεζική εσωτερική αγορά, λέει η οικονομολόγος.

Η επίσκεψη του Μαρκ Κάρνεϊ σηματοδοτεί μία «συναλλακτικού» χαρακτήρα αποκλιμάκωση όπου οι ευαίσθητοι τομείς παραμένουν προστατευμένοι και «το ταξίδι του Εμανουέλ Μακρόν είχε ως στόχο την επανάληψη του διαλόγου και την διαφύλαξη των ειδικών συμφερόντων, όπως η πρόσβαση στις σπάνιες γαίες, χωρίς την επίλυση των βασικών διαφορών», επιμένει η Yue Su.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση ανησυχεί για το τεράστιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου με την Κίνα που ξεπερνά τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια και για τους περιορισμούς στην πρόσβαση στην κινεζική αγορά.

Ωστόσο, η εντύπωση που έχει δημιουργήσει ο Τραμπ είναι ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον ένας αξιόπιστος εμπορικός εταίρος. Η λογική απάντηση είναι η αναζήτηση άλλων εταίρων, η διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων», εξηγεί ο William Reinsch, ερευνητής του Centre d'études stratégiques et internationales (CSIS).

Μία διαφοροποίηση που είναι ορατή σε άλλες περιοχές της Ασίας: η Ινδία και η Ευρωπαϊκή Ενωση επισημοποίησαν προχθές Τρίτη την επίτευξη μίας φιλόδοξης εμπορικής συμφωνίας.

Το Βιετνάμ και η Ευρωπαϊκή Ενωση ενίσχυσαν τις διπλωματικές τους σχέσεις και δεσμεύθηκαν για μία επίσης ενισχυμένη εμπορική συνεργασία. Και τον Σεπτέμβριο, η Ευρωπαϊκή Ενωση και ο Καναδάς υπέγραψαν συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου με την Ινδονησία.

«Κινήσεις συμβολισμού»

Αλλά η Κίνα διαφέρει εξαιτίας του οικονομικού της μεγέθους που την καθιστά απαράκαμπτο προορισμό για τους δυτικούς εξαγωγείς.

Το ίδιο το Πεκίνο, επίσης σε εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, «έχει κάθε συμφέρον να διατηρήσει ανοικτές τις ευρωπαϊκές αγοράς, να αμβλύνει τις εντάσεις και να διαφοροποιηθεί προωθώντας έναν πολυπολικό κόσμο», σχολιάζει η Yue Su, την στιγμή μάλιστα που οι εξαγωγές είναι η κινητήρια δύναμη της κινεζικής ανάπτυξης.

Ομως οι κινήσεις συμφιλίωσης «παραμένουν ευρέως συμβολικές: εμπορικές ανισορροπίες, ευαίσθητα τεχνολογικά θέματα, πρόσβαση στην κινεζική αγορά παραμένουν ανεπίλυτα ζητήματα», εξηγεί η οικονομολόγος.

«Το Πεκίνο έχει αποδείξει την ικανότητα και την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει την οικονομική πίεση για να επιτύχει τους στόχους του», προειδοποιεί ο William Reinsch προτρέποντας τους Δυτικούς να παραμείνουν επιφυλακτικοί.

Το ζήτημα είναι να συνομιλήσουμε με το Πεκίνο χωρίς να διακυβεύσουμε την βρετανική εθνική ασφάλεια, παραδέχθηκε ο Κιρ Στάρμερ.

Ενδειξη αυτής της αμφισημίας: αν, από την μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ενωση, άνοιξε πρόσφατα την πόρτα σε μία εναλλακτική λύση στους φόρους αντιντάμπινγκ για τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, επιμένει από την άλλη να απαγορεύει τον κινεζικό εξοπλισμό για τα τηλεπικοινωνιακά της δίκτυα.

Τέλος, «μία αυξημένη εξάρτηση από την κινεζική αγορά χωρίς στρατηγική σοβαρής διαφοροποίησης θα αύξανε τα μακροπρόθεσμα ρίσκα», προειδοποιεί η Vina Nadjibulla την ώρα που οι κινεζικές εταιρείες κυριαρχούν ήδη στον εφοδιασμό εξαρτημάτων σε πολλούς τομείς, από την φαρμακοβιομηχανία μέχρι τις σπάνιες γαίες.

Ο πιο άμεσος κίνδυνος όμως είναι η μήνις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε με την επιβολή δασμών 100% στον Καναδά σε περίπτωση εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα.

Διαβαστε επισης