ΕΥΖην

Είναι εφικτό το όνειρο για "ελληνικό Hollywood";


Τι λένε δημιουργοί εντός κι εκτός Ελλάδας, συντονιστές κινηματογραφικών φεστιβάλ, ανεξάρτητοι παραγωγοί, το ΕΚΚ και ο υφυπουργός ΨΗΠΤΕ

Δημιουργία, λάμψη, διακρίσεις, κόκκινα χαλιά. Ίσως ό,τι ονειρεύεται, επιδιώκει, φιλοδοξεί κάθε κινηματογραφιστής για την καλλιτεχνική του πορεία. Ο Γιώργος Λάνθιμος είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες δημιουργούς που πέρασαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και γεύτηκαν την επιτυχία. Μία επιτυχία που ενθαρρύνει και εμπνέει άλλους κινηματογραφιστές. Υπάρχουν όμως ευκαιρίες και δυνατότητες για ένα "ελληνικό Hollywood" ή το όνειρο μένει ανεκπλήρωτο; Το φιλμικό αποτύπωμα του Λάνθιμου είναι ικανό να φέρει «έκρηξη» δημιουργικότητας και να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια νέα κινηματογραφική δύναμη;

Για το «όνειρο του ελληνικού Χόλιγουντ» και το τι χρειάζεται για να γίνει πραγματικότητα, μίλησαν δημιουργοί εντός κι εκτός Ελλάδας, συντονιστές κινηματογραφικών φεστιβάλ στην Ευρώπη, ανεξάρτητοι παραγωγοί, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, αλλά και ο υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Λευτέρης Κρέτσος, δίνοντας τις δικές τους απαντήσεις στην έρευνα του ΑΠΕ-ΜΠΕ για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κινηματογραφίας.

Ελίνα Ψύκου, σκηνοθέτις: Η εξωστρέφεια των Ελλήνων κινηματογραφιστών και η περίπτωση Λάνθιμου

Η Ελίνα Ψύκου απέσπασε βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου στην 9η τελετή απονομής των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου «Ο γιος της Σοφίας», το μεγάλο βραβείο στο Κινηματογραφικό φεστιβάλ Τραϊμπέκα στη Νέα Υόρκη και το βραβείο CICAE - Art Cinema Award της Διεθνούς Ομοσπονδίας Καλλιτεχνικών Αιθουσών στο 23ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Υπέγραψε κείμενο της πρωτοβουλίας «Δώστε λίγη αγάπη στον ελληνικό κινηματογράφο».

«Θεωρώ ότι η επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου είναι μια καθαρά προσωπική επιτυχία, είναι κάτι που κατάφερε μόνος του με τη δουλειά του και το ταλέντο του χωρίς καμιά υποστήριξη από φορείς, από όλους αυτούς που είναι υπεύθυνοι για την παραγωγή πολιτισμού και συγκεκριμένα για τον κινηματογράφο. Επομένως, είναι μια προσωπική επιτυχία και μια προσωπική διαδρομή. Θεωρώ ότι δεν έχει να κάνει με εθνική περηφάνια.

Δυστυχώς, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει τη στήριξη που θα έπρεπε να έχει. Την ανάλογη στήριξη που έχουν άλλες εθνικές κινηματογραφίες από τους αντίστοιχους φορείς, υπουργεία Πολιτισμού, εθνικά Κέντρα Κινηματογράφου -δεν αναφέρομαι σε μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία- αλλά σε μικρές χώρες, όπως η Σερβία και η Βουλγαρία», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Ψύκου.

«Από κει και πέρα μπορεί η επιτυχία Λάνθιμου να δίνει μια ελπίδα και μια χαραμάδα σε κάποιον συνάδελφο, όμως αν αυτό δεν έχει από πίσω μια συστηματική στήριξη, μια πολιτική και μια στρατηγική δεν πρόκειται να ανοίξει τον δρόμο σε κανέναν άλλον», λέει και προσθέτει: «Θα είναι πάλι μια εξαίρεση, μια πορεία προσωπική. Ενώ αν υπάρχει μια στρατηγική κι ένας συντονισμός αυτό μπορεί να γίνει σε ένα πιο συλλογικό επίπεδο. Και δεν είναι το θέμα αν θα κάνει κάποιος καριέρα στο εξωτερικό. Το ζήτημα είναι αν στην ίδια του τη χώρα μπορεί να κάνει ταινίες με επαγγελματικές συνθήκες κι όχι ζητώντας χάρες από συναδέλφους και φίλους, αντιμετωπίζοντας μας κι οι άλλοι, αλλά στο τέλος κι εμείς τους εαυτούς μας σαν χομπίστες».

«Δεν είμαστε χομπίστες, είμαστε επαγγελματίες», επισημαίνει η κ. Ψύκου και συνεχίζει λέγοντας ότι «στο κείμενο που συντάξαμε, "Δώστε λίγη αγάπη για τον ελληνικό κινηματογράφο", αναφέρουμε πως πρέπει να χαραχτεί μια συντονισμένη και ενιαία σταθερή εθνική πολιτική για το σινεμά».

Όσον αφορά το Εθνικό Κέντρο Οπτικoακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ), του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης (ΨΗΠΤΕ), λέει «είναι ένας οργανισμός που διαχειρίζεται το cash rebate (επιστροφή μετρητών, δηλαδή ένα ποσό που επιστρέφεται μέσω έκπτωσης ή επιστροφής χρημάτων που έχουν ήδη δαπανηθεί), το οποίο είναι ένα αίτημα πολλών ετών που επιτέλους έγινε κι είμαστε πολύ χαρούμενοι. Ωστόσο, αυτό δεν λύνει το πρόβλημα, διότι και πάλι όλα καταλήγουν στο ότι δεν υπάρχει μια στρατηγική. Τι σινεμά θέλουμε να έχουμε, πώς θα το εξάγουμε, τι σινεμά θα κάνουμε μέσα στη χώρα για να το ταξιδέψουμε σε όλες τις πόλεις για να προωθηθεί το ελληνικό σινεμά, να διαδοθεί. Με το ΕΚΟΜΕ είμαστε σε επικοινωνία και είναι πολύ καλή η δουλειά που κάνει, αλλά δεν αρκεί».

Αντώνης Γλαρός, σκηνοθέτης

Ο Αντώνης Γλαρός είναι εισηγητής σεμιναρίου τα τελευταία 11 χρόνια στον κινηματογραφικό τομέα του ΠΟΠΦΑ (Πολιτιστικός Όμιλος Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών). Η ταινία του «A job Interview» έχει ταξιδέψει στο Short Film Corner (Film Market) του Φεστιβάλ των Καννών 2017, στην Αργεντινή, την Γερμανία, τη Νέα Υόρκη, τη Ν. Κορέα, τη Μόσχα, την Ινδία, ενώ η τελευταία του μικρού μήκους ταινία «ο Πολυέλαιος» θα πάει σε φεστιβάλ στο Παρίσι, έπεται το Λος Άντζελες και ακολουθεί η Λισαβόνα.

«Θεωρώ ότι ο Λάνθιμος αποτελεί ένα παράδειγμα για όλους τους νέους κινηματογραφιστές, διότι κινήθηκε εξωθεσμικά. Έκανε ταινίες αλλά χωρίς να πάρει κάποια χρηματοδότηση για να κάνει τις δουλειές του, την πρώτη του την "Κινέττα" την έκανε με δικά του χρήματα κι ακολούθησαν δουλειές με χρηματοδοτήσεις από ιδιώτες. Έτσι, έφτασε να κάνει απίστευτη επιτυχία. Αυτό που έχει καταφέρει δεν το έχει καταφέρει κανένας Έλληνας σκηνοθέτης που γεννήθηκε, σπούδασε κι εργάστηκε εδώ. Υπάρχουν ευκαιρίες κι αυτήν τη στιγμή ανοίγεται ένα παράθυρο για όλους τους Έλληνες σκηνοθέτες, ανοίγονται μονοπάτια τα οποία δεν είχαμε την δυνατότητα να τα χαρτογραφήσουμε και να τα περπατήσουμε.

Άλλωστε, ο Λάνθιμος είναι η αιχμή του δόρατος, αφού ο ελληνικός κινηματογράφος κυρίως μέσω του Λάνθιμου έχει μπει σε φεστιβάλ και αίθουσες όπου στο παρελθόν δεν είχαμε την ευκαιρία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει μια δυναμική, η οποία αποτελεί πεδίο δόξης λαμπρό για όλους τους νέους Έλληνες δημιουργούς, ώστε με τη σειρά τους να κάνουν ωραίες δουλειές και να τις στείλουν στο εξωτερικό όπου υπάρχουν τεράστιες αγορές», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Γλαρός.

Και προσθέτει: «Κάποιος μπορεί να βγει έξω από το στενό πλαίσιο της χώρας, να ταξιδέψει και να διεκδικήσει χρηματοδοτήσεις είναι πλέον εφικτό. Απλά το μόνο που χρειάζεσαι πια είναι να ξέρεις ξένες γλώσσες, κυρίως να μιλάς καλά Αγγλικά, για να μπορείς να επικοινωνήσεις το έργο του. Κάθε δημιουργός πρέπει να πιστεύει στο καλλιτεχνικό του όραμα, στο καλλιτεχνικό του έργο για να μπορέσει να το προωθήσει.

Ο Λάνθιμος στην ουσία θα λέγαμε ότι είναι ένα "σκαλοπάτι" για όλους. Διεκδίκησε την τύχη του. Αλλιώς αν κάθεσαι στο σπίτι σου και περιμένεις, δεν θα έρθει κανένας να σου πει να γυρίσεις την ταινία σου. Να πούμε όμως ότι είναι παγίδα για τους νέους να μπούνε σε αντιγραφές, όπως συνέβη με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο που κατέληξαν πολλοί να αντιγράφουν το στιλ του. Ο κάθε σκηνοθέτης καλό είναι να παίρνει τα ερεθίσματα, να αφήσει όλο αυτό να επιδράσει επάνω του και να τον επηρεάσει, αλλά να εισάγει και τα δικά του στοιχεία, να βρει το φιλμικό του αλφαβητάρι».

Όσο για το ΕΚΟΜΕ, λέει ο κ. Γλαρός «θα έλεγα ότι κάνει δουλειά διότι δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις σε ξένες εταιρείες παραγωγής να έρθουν εδώ στην Ελλάδα και να γυρίσουν ταινίες. Αυτό ουσιαστικά δίνει την δυνατότητα να δημιουργήσεις. Είναι ένα συν, ένα ακόμη εφόδιο».

Σπύρος Σιάκας, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής στο τμήμα Γραφιστικής και Οπτικής Επικοινωνίας με ειδικότητα το 3d Animation

«Λόγω θέσης έρχομαι σε επαφή με νέους δημιουργούς και μάλιστα ένας από τους στόχους των μαθημάτων είναι η εξωστρέφεια. Να βγάλουμε τα παιδιά στην κοινωνία, στην αγορά ώστε να έχουμε μια "έκρηξη δημιουργικότητας".

Όσον αφορά το "φαινόμενο" Λάνθιμος είναι κάτι που σίγουρα οι φοιτητές μας βλέπουν θετικά. Είναι ένας Έλληνας που έχει διακριθεί στο εξωτερικό, όμως δεν είναι κάτι που είναι κοντά τους. Δεν είναι κάτι που απαραίτητα θα τους εμπνεύσει και θα τους ωθήσει να προχωρήσουν σε παρόμοιες προσπάθειες», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Σιάκας.

«Εκεί όπου θέλω να εστιάσω είναι στα εφόδια και στην εκπαίδευση που πρέπει να πάρουν τα παιδιά. Αυτό που τους δίνει μεγαλύτερη δύναμη είναι να βλέπουν να βραβεύεται η ταινία συμφοιτητών τους σε ξένα φεστιβάλ. Δηλαδή την κοντινή εικόνα κι όχι το μακρινό πλάνο. Αυτό που είναι άμεσο είναι οι επιτυχίες των φοιτητών που κάθονται στα ίδια θρανία με εκείνους. Τότε μπορούν να πιστέψουν ότι κι εκείνοι έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν.

Όταν δώσεις τις ευκαιρίες και τα εφόδια στα παιδιά τότε μπορούν να έχουν πρωτοπόρες και καινοτόμες ιδέες», προσθέτει ο κ. Σιάκας.

Λευτέρης Κρέτσος υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης

Ασκούμε ως κυβέρνηση μια ολοκληρωμένη εθνική πολιτική στήριξης των δημιουργών και γενικότερα του κλάδου της οπτικοακουστικής βιομηχανίας και για αυτό οι θεσμικές μας παρεμβάσεις είναι συνεχείς και γίνονται σε πολλαπλά επίπεδα επισημαίνει ο υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, Λευτέρη Κρέτσος.

Δεν μπορούν να γίνουν όσα δεν έγιναν δεκαετίες σε 3 χρόνια. Η ελληνική κυβέρνηση όμως έχει θέσει ως προτεραιότητα την ανάπτυξη της οπτικοακουστικής βιομηχανίας και είναι γεγονός ότι τα πράγματα αλλάζουν και ότι η Ελλάδα σήμερα διαθέτει τα πιο ανταγωνιστικά κίνητρα ενίσχυσης της οπτικοακουστικής παραγωγής.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που επιστρέφει στους παραγωγούς οπτικοακουστικών έργων κάτι περισσότερο από το 50% του συνολικού κόστους παραγωγής μέσα από την συνδυαστική προσφορά της επιδότησης δαπανών παραγωγής στο επίπεδο του 35% χωρίς όριο επιστροφής (35% cash rebate/ no cap), αλλά και της φορολογικής έκπτωσης διαφόρων δαπανών της τάξεως του 30%.

Το κίνητρο του cash rebate έχει ήδη αποδώσει στον σχεδόν ένα χρόνο λειτουργίας του με πολλές παραγωγές και συμπαραγωγές να πραγματοποιούνται εξαιτίας του. Ήταν ένα αίτημα του κλάδου που παρέμενε για δεκαετίες ανικανοποίητο.

Παρόλα αυτά δεν αρκούν τα κίνητρα ενίσχυσης της παραγωγής για να φέρουν την επενδυτική άνοιξη που όλοι επιδιώκουμε στο χώρο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Έχουμε και άλλες προκλήσεις και κυρίως τα θέματα της ρευστότητας, της γραφειοκρατίας, των υποδομών και της εκπαίδευσης. Και εκεί όμως υπάρχει θεσμική απάντηση και όραμα και υπαρκτά αποτελέσματα.

Ο αναπτυξιακός νόμος προσφέρει γενναιόδωρα κίνητρα για όποια επιχείρηση θέλει να επενδύσει σε υποδομές οπτικοακουστικής παραγωγής. Η πρόσφατη κατασκευή δύο υπερσύγχρονων soundstages στο Μαρκόπουλο Αττικής αφορά επένδυση που χρηματοδοτείται από τον αναπτυξιακό νόμο και υπάρχει έντονο ενδιαφέρον και για αντίστοιχες επενδύσεις στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη από την εγχώρια και διεθνή επιχειρηματική κοινότητα.

Το εργόσημο για τους βοηθητικούς ηθοποιούς και τους κομπάρσους που θεσμοθετήθηκε πρόσφατα είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί εξοικονομείται πλέον πολύτιμος χρόνος και ενέργεια από τις εταιρίες παραγωγής για την πρόσληψη τους. Θα υπάρξει σύντομα απλοποίηση των διαδικασιών κινηματογράφησης σε αιγιαλούς, αρχαιολογικούς χώρους κτλ. ενώ η σύσταση του δικτύου των Περιφερειακών Film Offices (έργο το οποίο ξεκίνησε απο το ΕΚΟΜΕ) θα βοηθήσει στην άμεση διεκπεραίωση αιτημάτων κινηματογράφησης και την παροχή άλλων διευκολύνσεων και πληροφοριακού υλικού στους ενδιαφερόμενους.

Για να αντιμετωπιστούν επίσης τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζει η εγχώρια οπτικοακουστική βιομηχανία διαμορφώνουμε σταθερά και απαφασιστικά ένα παράλληλο σύστημα ευκαιριών χρηματοδότησης των εταιριών παραγωγής με τέσσερις νέες γραμμές πιστωτικής στήριξης:

  1. την εκχώρηση της έγκρισης της επένδυσης από το ΕΚΟΜΕ στις τράπεζες (δάνεια γέφυρα). Ήδη διάφορες επιχειρήσεις έχουν ενισχυθεί από τη διαδικασία αυτή,
  2. την ένταξη του κλάδου της οπτικοακουστικής βιομηχανίας στο Ταμείο Επιχειρηματικότητας ΙΙ. Πρόκειται για ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και του ΕΤΕΑΝ με στόχο την παροχή ρευστότητας με προνομιακούς όρους για ΜμΕ στον κλάδο των οπτικοακουστικών που έχουν ανάγκες, λειτουργικές ή επενδυτικές,
  3. τη δημιουργία ενός Ταμείου Εγγυοδοσίας δανείων από το ΕΤΕΑΝ για τη χρηματοδότηση οπτικοακουστικών έργων,
  4. τη δημιουργία ενός νέου επενδυτικού Ταμείου για την υποστήριξη της παραγωγής και του development οπτικοακουστικών έργων.

Και ασφαλώς θα δούμε και το ζήτημα ενίσχυσης της λειτουργίας του Κέντρου Κινηματογράφου και το ζήτημα της υποχρέωσης επανεπένδυσης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών σε ελληνικά κινηματογραφικά έργα, το λεγόμενο 1,5%, το οποίο εξακολουθούν να αποφεύγουν οι καναλάρχες. Προσφέρουμε ως κυβέρνηση και θα συνεχίσουμε να προσφέρουμε με διυπουργικού χαρακτήρα θεσμικές τομές και παρεμβάσεις ολοένα και περισσότερα χρηματοδοτικά, φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα και εργαλεία στην εγχώρια οπτικοακουστική βιομηχανία.

Προσέξτε όμως δίνουμε και θα δώσουμε άμεσα περισσότερα κίνητρα και εργαλεία για να γίνουν επενδύσεις και συνεργασίες. Δε δίνουμε θαλασσοδάνεια, δεν παρέχουμε χαριστικές διευκολύνσεις και δεν κάνουμε πολιτική επιχορήγησης με πελατειακά κριτήρια. Αυτά είναι συμπτώματα μιας παλαιοκομματικής νοοτροπίας που έχτισε στο παρελθόν "μαγαζάκια" και φατρίες αντί να βάλει αντικειμενικά κριτήρια και όρους στο ποιος θα λάβει κρατική ενίσχυση και με τί ύψος. Τα "μαγαζάκια" δεν άφησαν τον ελληνικό κινηματογράφο να αναπτυχθεί περαιτέρω και να γίνει βιομηχανία. Αυτή η λογική που επικράτησε στο παρελθόν, μια λογική απόρριψης και αποθάρρυνσης καλλιτεχνών, όπως ο Λάνθιμος, δεν μπορεί πλέον να σταθεί έχοντας πλέον στην Ελλάδα το επιτυχημένο παράδειγμα του ΕΚΟΜΕ.

Για να γίνει όμως το ΕΚΟΜΕ χρειάστηκαν πολλές εργατοώρες για να παραχθεί ένα στιβαρό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας που αποτελείται από δύο νόμους, δύο τροποποιήσεις Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων για την εφαρμογή του επενδυτικού κινήτρου, ένα Προεδρικό Διάταγμα για το οργανόγραμμα και τη στελέχωση, ειδικός Κανονισμός Οικονομικής Διαχείρισης, ειδικός Κανονισμός Λειτουργίας Προσωπικού, εκπόνηση 5ετους Στρατηγικού Σχεδιασμού και business plan, διάφορες εγκύκλιοι, ηλεκτρονικό σύστημα διακίνησης εγγράφων και ένταξης επενδυτικών σχεδίων και καθημερινή τριβή και επαφή με τους ανθρώπους του χώρου και εταιρίες παραγωγής από το εξωτερικό.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι κοιτάμε μπροστά και διαθέτουμε πλέον ως χώρα μια ολοκληρωμένη πολιτική για τον κινηματογράφο και την οπτικοακουστική βιομηχανία. Έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα, θα γίνουν και άλλα και κυριολεκτικά η περίοδος που διανύουμε είναι μια πολύ σημαντική περίοδος για τον κλάδο, καθώς πολλοί location scouters και οι μεγαλύτερες εταιρίες του Χόλιγουντ ετοιμάζονται να έρθουν στην Ελλάδα. Αυτήν την περίοδο δίνουμε εξετάσεις ως χώρα και αν τις περάσουμε θα γίνουμε πραγματικός ισχυρός διεθνής προορισμός κινηματογραφικών και τηλεοπτικών γυρισμάτων.

Μας λείπουν οι υποδομές, δεν έχουμε πολλά crews και κάποιες δεξιότητες, αλλά έχουμε όλα τα υπόλοιπα και ακόμη περισσότερα από πλευράς οικονομικών κινήτρων και κυρίως ταλαντούχους ευρηματικούς ανθρώπους και φιλόξενες τοπικές κοινωνίες. Πρέπει όμως να δείξουμε ετοιμότητα, να δείξουμε ότι έχουμε την ικανότητα και ότι μπορούμε να ανταποκριθούμε στα πιο απαιτητικά project, όπως έγινε πρόσφατα με τα γυρίσματα στο Σύνταγμα. Είναι μια υπόθεση που απαιτεί σοβαρότητα, επαγγελματισμό, υπευθυνότητα και όχι εφησυχασμό, μακαριότητα ή επιστροφή στις νοοτροπίες του παρελθόντος.

Ζαφείρης Χαϊτίδης, σκηνοθέτης-κινηματογραφιστής σε εταιρεία παραγωγής στη Νέα Υόρκη

«Είναι μεγάλη η κουβέντα περί τέχνης στην Ελλάδα, και πόσο μάλλον περί κινηματογράφου, της πιο ακριβής σε κόστος, και ίσως, πιο μακροχρόνιας ως παραγωγή τέχνης στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. Η επιδίωξη και το όνειρο να γίνει κάποιος σκηνοθέτης και να κάνει ταινίες στην Ελλάδα είναι στα όρια αυτοκτονικής διάθεσης», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χαϊτίδης.

Το σινεμά είναι ακριβό αντικείμενο όπου κι αν παράγεται στον κόσμο, προσθέτει «πόσο μάλλον σε μια χώρα όπου γενικά οι τέχνες δεν υποστηρίζονται από το κράτος και άλλους φορείς όσο θα έπρεπε, παρά μόνο στο ελάχιστο. Και να φανταστεί κανείς πως παράγουμε ένα αρκετά εκλεπτυσμένο και καλλιτεχνικά άρτιο σινεμά στην Ελλάδα, σε απειροελάχιστο κόστος σε σχέση με το παγκόσμιο επίπεδο».

«Λόγου χάρη», επισημαίνει ο κ. Χαϊτίδης, «το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ο βασικός κρατικός φορέας και παραγωγός ταινιών στην Ελλάδα, είναι περιορισμένος στο να συγχρηματοδοτεί -μαζί με κάποιον/ους ανεξάρτητους που αιτούνται της συγχρηματοδότησης- την προπαραγωγή, παραγωγή και αποπεράτωση μεγάλου και μικρού μήκους ταινιών μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης, με ένα συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό που ανέρχεται συνήθως μεταξύ 1 με 2 εκατομμύρια ευρώ το πολύ. Ποσό που δεν αντιστοιχεί στο κόστος ούτε μιας "κανονικής" ευρωπαϊκής ταινίας, πόσο μάλλον αμερικανικής (π.χ. μέσος όρος παραγωγής μιας γερμανικής ταινίας είναι άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ, μιας γαλλικής είναι άνω των 5, ενώ μιας αγγλικής ταινίας είναι άνω των 6 εκατομμυρίων ευρώ)..., ενώ υπήρξαν χρονιές που καμία κρατική οικονομική υποστήριξη δεν ήταν διαθέσιμη στο ΕΚΚ, με συνέπεια πολλές παραγωγές να μένουν ανολοκλήρωτες ή να αποπερατώνονται "κακήν-κακώς" από τους εκάστοτε παραγωγούς ή, συχνά, τους ίδιους τους δημιουργούς-σκηνοθέτες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο».

Ο κ. Χαϊτίδης συμπληρώνει ότι «εάν δεν υπήρχαν οι πλέον έμπειροι, παθιασμένοι και μάχιμοι Έλληνες παραγωγοί και δημιουργοί-σκηνοθέτες, συχνά με την ανεκτίμητη συνδρομή συγχρηματοδότησης από ξένους συμπαραγωγούς ή χρηματοδοτικά προγράμματα, δεν πιστεύω ότι θα κάναμε σινεμά στην Ελλάδα, παρά μόνο σε "φιλικό/ερασιτεχνικό" επίπεδο -ένα πράγμα είναι γεγονός, εάν δεν υπήρχαν οι φίλοι και συνάδελφοι του εκάστοτε σκηνοθέτη-δημιουργού να προσφέρουν αφιλοκερδώς -ο ένας στο έργο του άλλου- τον χρόνο, συχνά το χρήμα, τον κόπο και τον μόχθο τους, σίγουρα δεν θα κάναμε πια σινεμά στη σύγχρονη Ελλάδα. Και, τολμώ να πω, εάν δεν πάλευαν με όλη τους την ύπαρξη οι ίδιοι οι Έλληνες καλλιτέχνες, σε κάθε μέσο, για να παράγουν το έργο τους - δεν θα είχαμε σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα».

Το ζήτημα κινηματογραφικής καριέρας στην Ελλάδα είναι σύνθετο, λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χαϊτίδης. «Σίγουρα η Ελλάδα μπορεί να γίνει το εφαλτήριο για μια διεθνή καριέρα, αναμφισβήτητα έχουμε χαρισματικούς δημιουργούς, με άψογη τεχνική κατάρτιση και γνώση της φιλμικής γλώσσας, και πάνω απ΄ όλα αληθινή αγάπη για το σινεμά.

Αλλά υπάρχουν τόσα πολλά εμπόδια που πρέπει ο Έλληνας δημιουργός να προσπεράσει, που είναι συχνά, όπως προανέφερα, αυτοκτονική αποστολή. Το να καταφέρει κάποιος να κάνει έστω μια ταινία, ιδίως μεγάλου μήκους, στην Ελλάδα είναι ηρωική πράξη, και δεν το λέω μεταφορικά. Για να κάνει κανείς ταινίες, στον πληθυντικό μάλιστα, δηλαδή να καταφέρει να κάνει πάνω από μια, που από μόνη της είναι τεράστιο κατόρθωμα, είναι υπέρβαση σε κάθε επίπεδο της ζωής του, εφόσον επηρεάζει όχι μόνο την οικονομική του κατάσταση, μα και τον επαγγελματικό και προσωπικό του χρόνο (μέσος όρος αποπεράτωσης μιας ταινίας μεγάλου μήκους είναι στο ελάχιστο 2 χρόνια, ενώ μπορεί να ξεπεράσει τα 5 ή τα 10), όλα του τα διαθέσιμα μέσα, όλες του τις γνωριμίες, μέχρι και την υγεία "επενδύει" και κλονίζει κανείς κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, μέχρι την τελική αποπεράτωση της ταινίας -που φυσικά αφού ολοκληρωθεί η ταινία έχει και συνέχεια, από τη στιγμή που διοχετευτεί στα φεστιβάλ κινηματογράφου και μετά διανεμηθεί στις αίθουσες- θέλει κυνήγι και αγωνία μέχρι το τέλος η κάθε ταινία από τον κάθε δημιουργό και το αφοσιωμένο επιτελείο του».

Σύμφωνα με τον κ. Χαϊτίδη η Ελλάδα κάνει όλη αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο δύσκολη απ΄ ό,τι ήδη είναι, «εξού και αρκετοί, όπως κι εγώ πρόσφατα, εάν θέλουμε όχι μόνο να κάνουμε σινεμά, αλλά να επιβιώσουμε αξιοπρεπώς ως καλλιτέχνες, δεν υπάρχει άλλη λύση από το να φύγουμε στο εξωτερικό για να το καταφέρουμε», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και προσθέτει:

«Προσωπικά, έπειτα από 25 χρόνια δημιουργικής δουλειάς σε αυτόν το χώρο ή θα εγκατέλειπα την επιδίωξή μου να κάνω ταινίες μεγάλου μήκους στην Ελλάδα ή θα έφευγα στο εξωτερικό για να δοκιμάσω την τύχη μου. Το να εγκατέλειπα το όνειρό μου δεν ήταν επιλογή. Ούτε και αυτό σημαίνει πως αν φύγεις απ΄ τον τόπο σου φεύγεις οριστικά. Μέχρι την κατάλληλη στιγμή της επιστροφής. Η δική μου όμως πορεία δεν σημαίνει πως άλλοι συνάδελφοι δεν τα κατάφεραν καλύτερα, πως δεν βρήκαν τρόπο να επιβιώσουν και να κάνουν σινεμά, υπό όποιες συνθήκες και με όποιους διαθέσιμους όρους, στην Ελλάδα. Ο καθένας έχει τα όρια του φυσικά».

Τα εμπόδια της Ελλάδα είναι όμως και ένα απ΄ τα μεγαλύτερα ατού για τον Έλληνα δημιουργό, διότι είναι έδαφος «εκπαίδευσης και σκληραγώγησης», λέει ο κ. Χαϊτίδης, αλλά και προετοιμασίας για οτιδήποτε τον περιμένει στο εξωτερικό. «Το "φαινόμενο Λάνθιμος" είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα, που πλέον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν παγκοσμίως, με τις 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ, πράγμα ανήκουστο για Έλληνα δημιουργό στην ιστορία του σινεμά μας.

Όλα, πιστεύω, έχουν συνδράμει στην απογείωση και πλέον καθιέρωση του συναδέλφου Γιώργου Λάνθιμου, ο οποίος πίστεψε και πάλεψε για το "αντισυμβατικό" σινεμά του, εκεί που στην Ελλάδα αλλεπάλληλα και συχνά έντονα αποδοκιμάστηκε για την "αλλόκοτη" θεματολογία και προσέγγιση του, που τελικά παρά την επιδίωξη του έγινε κίνημα, το "Greek Weird Wave".

Ο Γιώργος Λάνθιμος κατάφερε το φαινομενικά ακατόρθωτο, να κάνει το "δικό του σινεμά", διεθνές, να έχει διεθνή απήχηση, χωρίς να τον ενδιαφέρει η άποψη και κριτική των άλλων, παρά μόνο αν ικανοποιεί το δικό του προσωπικό γούστο και τη δική του αισθητική. Και κέρδισε το στοίχημα με το παραπάνω. Είμαστε της ίδιας γενιάς με τον Λάνθιμο, την ίδια περίοδο ήμαστε στη διαφήμιση και έτυχε να είμαι στην πρώτη προβολή του "Κυνόδοντα" στις Κάννες όταν αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά διεθνώς. Και είμαι πολύ περήφανος για εκείνον, και ως Έλληνας και ως συνάδελφός του. Όλα πιστεύω έχουν συνδράμει στη διεθνή επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου, και το timing του "διαφορετικού" σινεμά του, που ξεχώρισε με το ιδιαίτερο καυστικό σχολιασμό του και την… ακραία αισθητική ματιά του πάνω στην σύγχρονη κοινωνία, με μια μοναδική οπτική, συνάμα και ελληνική και ευρωπαϊκή και διεθνή».

Αναφερόμενος στο ταλέντο και την τέχνη που ασκεί ο Γιώργος Λάνθιμος, ο κ. Χαϊτίδης λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Ταλέντο, τεχνική, τύχη, χρονική στιγμή, όλα βοήθησαν στο να φτάσει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους δημιουργούς του κόσμου σήμερα. Δεν θα μπορούσα να σεβαστώ έναν δημιουργό περισσότερο απ΄ όσο τον Γιώργο Λάνθιμο, κι ας μην κάνει το σινεμά που εμένα προσωπικά με αντιπροσωπεύει - θαυμάζω το ότι κάνει το σινεμά που εκείνον τον πρεσβεύει ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη, χωρίς συμβιβασμούς, και με απόλυτη αγάπη, αφοσίωση και πίστη στην τέχνη του. Πέρα απ΄ το δημιουργικό χάρισμά του, σίγουρα η ελληνική του εμπειρία τον βοήθησε να φτάσει σε αυτό το ύψος και να κερδίσει επάξια μια θέση ανάμεσα στους καλύτερους του κόσμου, είτε αρέσει το σινεμά του σε γενική ομολογία είτε όχι - η ελληνική του "παιδεία" εντός κι εκτός θρανίου, η αποφασιστικότητα και η μαχητικότητά του, η υπομονή κι επιμονή του, έχοντας μεγαλώσει, δουλέψει και δημιουργήσει στην ελληνική πραγματικότητα, όπως όλους μας, έτσι κι εκείνον σίγουρα τον σμίλευσαν στο να γίνει ο δημιουργός που είναι σήμερα».

Λέμε, προσθέτει ο κ. Χαϊτίδης ότι «"η Ελλάδα σκοτώνει τα παιδιά της", και ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό, πιστεύω, και μεταφορικά και κυριολεκτικά την τελευταία ιδίως 10ετία, μα ό,τι, τελικά, δεν σε σκοτώσει, σε κάνει πιο δυνατό, πιο ώριμο, πιο δημιουργικό. Έφυγα πικραμένος και απογοητευμένος απ' την Ελλάδα για να έρθω στην Αμερική, μα ξέρω πως δεν θα έφτανα ως εδώ αν δεν είχα "χτιστεί" στην Ελλάδα, με τα υπέροχα και τα τραγικά της συνάμα. Όλοι οι Έλληνες δημιουργοί, είτε επιλέξουμε να δώσουμε την μάχη εντός ή εκτός Ελλάδος, είμαστε πιστεύω εν δυνάμει Λάνθιμοι, αρκεί να μην πάψουμε ποτέ να πιστεύουμε και να παλεύουμε και στο προσωπικό μας όραμα. Εμείς οι ίδιοι γράφουμε και πράττουμε το σενάριο του πεπρωμένου μας».

Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, διευθυντής προώθησης ταινιών στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ)

«Η διεύθυνση προώθησης του ΕΚΚ βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε όλες τις μεγάλες κινηματογραφικές αγορές με σκοπό την προώθηση του ελληνικού κινηματογράφου», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, ενώ σε ό,τι αφορά την επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου προσθέτει ότι «αν και οι ταινίες του δεν είναι μέρος της ελληνικής παραγωγής, πρόκειται για έναν Έλληνα σκηνοθέτη για τον οποίο μιλάνε όλοι. Άρα, η επιτυχία του επηρεάζει όλα τα επίπεδα της κινηματογραφικής δομής της χώρας και επιδρά θετικά και στους ίδιους τους δημιουργούς. Πιστεύω ότι η επιτομή όλης αυτής λαμπρής πορείας είναι ότι οι Έλληνες κινηματογραφιστές νιώθουν πολύ καλύτερα στο εξωτερικό απ' ό,τι ένιωθαν παλιά. Μπορούν να σταθούν καλύτερα σε σχέση με το παρελθόν και να δούνε πιο σίγουροι το μέλλον».

Η επιτυχία ενός σκηνοθέτη βοηθά πολύ στην εξωστρέφεια της κινηματογραφικής βιομηχανίας, άρα και την πλειοψηφία των δημιουργών, υποστηρίζει ο κ. Αϊβαλιώτης. «Με τη σειρά τους, οι κινηματογραφιστές καλό θα είναι να διανύουν την δική τους πορεία μέσα από τη δική τους ταυτότητα. Βέβαια να αναφέρουμε ότι υπάρχουν και προβλήματα και είναι πολλά, οπότε η περίπτωση Λάνθιμου είναι και εξαίρεση που δεν μπορεί εύκολα να επαναληφθεί. Ποτέ όμως δεν παύουμε να προσπαθούμε».

Ο κ. Αϊβαλιώτη δηλώνει ακόμα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «ως ΕΚΚ συνεργαζόμαστε άμεσα με το ΕΚΟΜΕ και είμαστε σε επικοινωνία κυρίως όσον αφορά στην προσέλκυση των ξένων παραγωγών στην Ελλάδα κάτι που δίνει ευκαιρίες και δυνατότητες σε Έλληνες να συνεργαστούν με διεθνείς παραγωγούς που αργότερα θα αποτελέσει σημαντικό εφόδιο και εμπειρία».

Σοφία Σταυριανίδου, γενική συντονίστρια και υπεύθυνη επικοινωνίας Hellas Filmbox Berlin

«Αρχικά, να πω ότι η επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου είναι όλη δική του και περήφανος μπορεί να αισθάνεται μόνο ο ίδιος», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Σοφία Σταυριανίδου. «Το υπογραμμίζω, εξαιτίας της φιλολογίας που έχει ξεσπάσει, για το αν μπορούμε κι εμείς να νιώθουμε περήφανοι κλπ, κλπ. Ωστόσο, ας μην είμαστε και τόσο "πολιτικά ορθοί". Αυτός τα κατάφερε κι εμείς σαν συντοπίτες του μπορούμε να χαιρόμαστε. Και χαιρόμαστε. Τα εθνικά λάβαρα δεν έχουν θέση εδώ, αλλά ούτε πια και η γκρίνια του political correctness.

Στις διεθνείς μεγάλες διακρίσεις τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο Γιώργος Λάνθιμος με ταλέντο, επιμονή, πολλή-πολλή δουλειά, καταφέρνει να στρέψει τη ματιά του σινεμά και προς την χώρα προέλευσής του. Ό,τι βγάζει την Ελλάδα προς τα έξω είναι καλό, γιατί δημιουργεί το ενδιαφέρον προς την κινηματογραφία μας. Η ματιά προς τον Λάνθιμο, γίνεται και ματιά προς το τι παράγει η χώρα μας πιο συνολικά στον τομέα, προς τους Έλληνες κινηματογραφιστές, που ήδη βγαίνουν στο εξωτερικό συνεπικουρούμενοι από τη νέα γενιά των ικανών Ελλήνων παραγωγών. Δεν είναι λοιπόν, εξαίρεση και ούτε θα είναι στο μέλλον».

Σύμφωνα με την κ. Σταυριανίδου οι Έλληνες σκηνοθέτες επιθυμούν μια διεθνή καριέρα και προς αυτή την κατεύθυνση δουλεύουν. «Αυτό έχει ξεκινήσει πολύ πριν ο Λάνθιμος πάει στα Όσκαρ, γιατί και ο Λάνθιμος είναι ένας από αυτούς. Απλά, η επιτυχία του, τους δίνει μεγαλύτερη ώθηση και κίνητρο ότι και αυτοί μπορεί να τα καταφέρουν. Όσοι έρχονται στο Filmbox αυτό επιζητούν, να γνωρίσουν ξένους επαγγελματίες, να μιλήσουν με το γερμανικό κοινό. Θεωρώ ότι "έκρηξη" δημιουργικότητας δεν δημιουργεί ο Λάνθιμος, αλλά αυτή προϋπήρχε, ήταν ήδη εξωστρεφείς».

Πάνος Παπαχατζής, πρόεδρος του Συνδέσμου Ανεξάρτητων Παραγωγών Οπτικοακουστικών Έργων

«Η επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου είναι ένα ευτυχές γεγονός καθώς σίγουρα ρίχνει το φως του προβολέα και στους Έλληνες κινηματογραφιστές» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Πάνος Παπαχατζής και συμπληρώνει:

«Παρόλα αυτά, η επιτυχία του ουδεμία σχέση έχει με την διευκόλυνση άλλων Ελλήνων κινηματογραφιστών για τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ του εξωτερικού ή άλλων διοργανώσεων. Η κάθε ταινία είναι ένα ξεχωριστό project με ξεχωριστή ομάδα από πίσω της (λ.χ. εταιρία παραγωγής, παραγωγούς, σκηνοθέτες κλπ.), και είναι η ίδια η ταινία που παίζει σημαντικό ρόλο στην συμμετοχή της σε διεθνή φεστιβάλ. Τα τελευταία τριάντα χρόνια είχαμε πολλές ελληνικές ταινίες και σημαντικούς Έλληνες σκηνοθέτες που διακρίθηκαν στα μεγάλα φεστιβάλ (Κάννες, Βερολίνο, Βενετία)».

Όσον αφορά για το χρηματοδοτικό "πακέτο" του ΕΚΟΜΕ ο κ. Παπαχατζής επισημαίνει ότι «τα οικονομικά κίνητρα του ΕΚΟΜΕ, η πιο σημαντική κυβερνητική ενέργεια στον Ο/Α τομέα, σίγουρα έχει πολλά πλεονεκτήματα συγκριτικά με άλλες ανταγωνιστικές χώρες για την προσέλκυση διεθνών παραγωγών στην Ελλάδα και τη δημιουργία συμπαραγωγών και πολλών θέσεων εργασίας».

Διαβάστε επίσης