Οικονομία

Ασφυξία στην αγορά και μαζικά λουκέτα φοβάται τώρα η κυβέρνηση


Η ρευστότητα των κυβερνητικών προγραμμάτων δεν φθάνει στις ασθενέστερες επιχειρήσεις, η κυβέρνηση ψάχνει για «μπαλώματα»

Μπροστά στον κίνδυνο ασφυξίας της αγοράς και μαζικών λουκέτων βρίσκεται η κυβέρνηση, καθώς το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ρευστότητας που κατευθύνεται στις επιχειρήσεις με διάφορα κυβερνητικά προγράμματα (επιστρεπτέα προκαταβολή, ΤΕΠΙΧ ΙΙ, Ταμείο Εγγυοδοσίας) απορροφάται από τις πιο υγιείς και οικονομικά ισχυρές επιχειρήσεις, ενώ αποκλείονται όσες χαρακτηρίζονται «προβληματικές», με βάση τα κριτήρια των κοινοτικών κανονισμών για τις κρατικές ενισχύσεις.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Γεώργιος Χαντζηνικολάου, αναγνώρισε το πρόβλημα, μιλώντας σήμερα στη Βουλή. Τόνισε ότι, «αν και τα ποσά ρευστότητας που διοχετεύονται στην οικονομία είναι μεγάλα,  οι παραπάνω περιορισμοί (σ.σ.: για τη χρηματοδότηση προβληματικών επιχειρήσεων) συνεπάγονται ότι η χρηματοδότηση και ο τραπεζικός δανεισμός, δεν θα φθάσει στα πιστοληπτικά ασθενέστερα στρώματα της οικονομίας. Το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση. Καλό θα ήταν να δοθούν κρατικές εγγυήσεις σε αυτές τις μονάδες (επιχειρήσεις και καταναλωτές), όπως έχει γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.  Αντιλαμβανόμαστε όμως τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της χώρας μας».

Ενδεικτικό αυτού του προβλήματος είναι ότι για το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ ΙΙ, μέσω του οποίου μπορούν να χορηγηθούν δάνεια έως 2 δισ. ευρώ με επιδότηση του επιτοκίου για δύο χρόνια από το κράτος, υποβλήθηκαν συνολικά 98.000 αιτήσεις, αλλά έγιναν δεκτές μόνο οι 10.000, σύμφωνα με τα στοιχεία των τραπεζών. Για το πρόγραμμα των εγγυημένων δανείων της Αναπτυξιακής Τράπεζας, έχουν ζητηθεί δάνεια άνω των 19 δισ. ευρώ, αλλά το πρόγραμμα, ακόμη και αν όλες οι αιτούσες επιχειρήσεις ήταν αξιόχρεες, δεν μπορεί να διαθέσει περισσότερα από 7 δισ. ευρώ, συνεπώς οι περισσότερες αιτήσεις θα απορριφθούν.

Εξηγώντας το πρόβλημα με το χαρακτηρισμό των επιχειρήσεων ως «προβληματικών» και απαντώντας στις επικρίσεις που δέχονται οι τράπεζες από τις επιχειρήσεις, ο κ. Χαντζηνικολάου είπε: «Εκφράζουν δυσαρέσκεια οι επιχειρήσεις που αποκλείονται, ότι δεν είναι επιλέξιμες, είτε γιατί έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είτε γιατί έχουν αρρύθμιστες φορολογικές, ή ασφαλιστικές εισφορές, είτε γιατί έχουν ξεπεράσει το πλαφόν των κρατικών επιχορηγήσεων. Με άλλα λόγια, γιατί ανήκουν σε μία κατηγορία, που με δανειοδοτικούς κανόνες, είναι προβληματικές. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι κανόνες και οι συνθήκες χορήγησης αυτών των δανείων δεν έχουν καθορισθεί από τις τράπεζες, ή από την Κυβέρνηση. Επειδή η προέλευση των ενισχύσεων είναι ευρωπαϊκή, οι κανόνες και οι συνθήκες των δανείων έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και είναι οι ίδιοι και για την Ελλάδα, όπως και για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Και προϋπόθεση για όλα αυτά τα προγράμματα είναι οι επιχειρήσεις να ήταν ενήμερες και βιώσιμες στο τέλος του 2019.  Αυτό αποκλείει αυτόματα τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια».

Χωρίς ρευστότητα 

Η κυβέρνηση βλέπει τώρα ότι ο μεγάλος κίνδυνος, εν μέσω της κρίσης, είναι να βρεθούν χωρίς ρευστότητα δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις, που είναι στα χαρτιά προβληματικές, αλλά δεν παύουν να απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων και, αν οδηγηθούν σε λουκέτο, θα προκληθεί σοβαρός «τραυματισμός» της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού.

Δεν είναι τυχαίο ότι το υπ. Οικονομικών επέλεξε να επεκτείνει το πρόγραμμα της επιστρεπτέας προκαταβολής, στην τελευταία παράταση που δόθηκε για υποβολή αιτήσεων ως την Παρασκευή, υπό όρους και σε προβληματικές επιχειρήσεις. Με τη σχετική απόφαση που εκδόθηκε χθες ορίζεται ότι οι μικρές επιχειρήσεις, που κατατάσσονται στις προβληματικές, θα μπορέσουν να λάβουν την επιστρεπτέα προκαταβολή. «Ειδικά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δύνανται να υποβάλλουν εκδήλωση ενδιαφέροντος ακόμη και αν ήταν προβληματικές στις 31/12/2019, υπό την αίρεση υιοθέτησης του σχεδίου τρίτης τροποποίησης του Προσωρινού Πλαισίου και υπό την προϋπόθεση ότι: δεν υπάγονται σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία και δεν έχουν λάβει ενίσχυση διάσωσης και δεν έχουν ακόμη αποπληρώσει το δάνειο ή λύσει τη σύμβαση εγγύησης, ή δεν έχουν λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και υπόκεινται ακόμη σε σχέδιο αναδιάρθρωσης».

Αυτή η ρύθμιση επιτρέπει σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους και έχουν κύκλο εργασιών ή συνολικό ετήσιο ισολογισμό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατ. ευρώ να ενταχθούν στο πρόγραμμα της επιστρεπτέας προκαταβολής, αν και είναι αμφίβολο πόσες θα προλάβουν να υποβάλουν αιτήσεις μέσα προθεσμία λίγων ημερών, ως την Παρασκευή.

Εξάλλου, όπως δήλωσε στη Βουλή ο υφυπουργός Ανάπτυξης, Γιάννης Τσακίρης, γίνεται προσπάθεια και σε συνεννόηση με τις Βρυξέλλες να ανοίξει ο δρόμος για την κρατική στήριξη με ρευστότητα σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Όπως τόνισε ο υφυπουργός, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση ΣΥΡΙΖΑ, ήδη η Κομισιόν προσανατολίζεται να άρει την απαγόρευση κρατικών ενισχύσεων για τις μικρές προβληματικές επιχειρήσεις.

«Στις 12 Ιουνίου 2020 δηλαδή, πριν λίγες μέρες και με πίεση της Ελλάδας και μερικών άλλων κρατών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι εξετάζει την αναμόρφωση του προσωρινού αυτού πλαισίου αναφορικά με την προβληματικότητα των μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή των επιχειρήσεων ως πενήντα εργαζομένους», ανέφερε ο κ. Τσακίρης. «Προτείνει η Κομισιόν -δεν έχει υιοθετηθεί- μικρές εταιρείες ως πενήντα εργαζομένους να βγουν από την πρόβλεψη της προβληματικότητας».

«Πάνω σε αυτή την πρόταση της Κομισιόν», πρόσθεσε ο κ. Τσακίρης, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε «αυτό το όριο να αυξηθεί στα 250 άτομα». Σημείωσε, επίσης, ότι «Ήδη επεξεργαζόμαστε ένα πλαίσιο για αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων κατά τα πρότυπα της Αυστρίας, μέσω τραπεζικού δανεισμού».

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ήδη τα περισσότερα κονδύλια των τριών βασικών προγραμμάτων στήριξης με ρευστότητα έχουν ουσιαστικά κατανεμηθεί ήδη με βάση τον κανόνα που αποκλείει τις προβληματικές επιχειρήσεις από τη χρηματοδότηση. Έτσι, εκφράζονται φόβοι ότι όσα γίνουν θα είναι «πολύ λίγα, πολύ αργά» για να προσφερθεί ουσιαστική υποστήριξη στις προβληματικές επιχειρήσεις. Όταν περάσει και το καλοκαίρι, που θα είναι δύσκολο εξαιτίας του «στεγνώματος» στα τουριστικά έσοδα, είναι πολύ πιθανό χιλιάδες ασθενείς επιχειρήσεις να οδηγηθούν σε λουκέτο.

Διαβάστε επίσης