Χρηστικά

Ακυρώνονται πρόστιμα της εφορίας


Η Φορολογική Αρχή οφείλει πριν από την έκδοση των πράξεων επιβολής προστίμων να καλεί τον φορολογούμενο σε ακρόαση

Ακυρώνονται τα πρόστιμα που εφορίας που  επιβλήθηκαν χωρίς «απολογία» των φορολογουμένων, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα και το αυταπόδεικτο των παραβάσεων.

Αυτό έκρινε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, μετά από προσφυγή επαγγελματία, ο οποίος εντοπίστηκε να μην έχει κόψει αποδείξεις λιανικής πώλησης, αλλά τελικά αθωώθηκε, για μια τυπική παράλειψη των φοροελεγκτών.

Στον επαγγελματία εντοπίστηκαν παραβάσεις μη έκδοσης αποδείξεων και με την αφορμή αυτή, ελέγχθηκε για τις χρήσεις 2013, 2014 και 2015. Του καταλογίστηκαν πρόστιμα, αλλά ο ίδιος στη συνέχεια εντάχθηκε ρύθμιση περί οικειοθελούς αποκάλυψης εισοδημάτων, προκειμένου να πληρώσει μειωμένα πρόστιμα.

Όμως στη συνέχεια το μετάνιωσε καθώς ανακάλυψε την τυπική παράλειψη των εφοριακών, οι οποίοι, πριν την κοινοποίηση του προστίμου, δεν τον κάλεσαν σε ακρόαση. Έτσι, δεν πλήρωσε την 1η δόση (ούτε φυσικά τις επόμενες) της ρύθμισης και εξέπεσε αυτής, ενώ άσκησε και προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

Στην επίμαχη φορολογική διαφορά η οποία ήρθε προς κρίση ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, ο φορολογούμενος ρητώς προέβαλε την παραβίαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης βάσει της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος, δοθέντος ότι η Φορολογική Αρχή όφειλε, πριν από την έκδοση των πράξεων επιβολής προστίμων λόγω μη έκδοσης αποδείξεων λιανικής πώλησης, να τον είχε καλέσει σε ακρόαση, παρέχοντάς του, με τον τρόπο αυτό, τη δυνατότητα να εξηγήσει, ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι εκείνοι λόγοι που τον εξανάγκασαν να απολέσει το πρόγραμμα ρύθμισης.

Περαιτέρω, ο φορολογούμενος ρητώς προέβαλε ότι η κλήση του σε ακρόαση επί των προσωρινών πράξεων επιβολής προστίμου στο πλαίσιο του φορολογικού ελέγχου και των οικείων ελεγκτικών φορολογικών επαληθεύσεων, δεν αναιρεί, ούτε όμως και αναπληρώνει ή υποκαθιστά την υποχρέωση της Διοίκησης να τον καλέσει σε ακρόαση, μετά την απώλεια της υπαγωγής στο πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών και στις διατάξεις του Ν. 4446/2016.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΔ έκρινε ότι σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013, η Φορολογική Αρχή, της οποίας η πράξη ακυρώνεται για τυπική πλημμέλεια, εκδίδει νέα πράξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. 

Η απόφαση του ΣτΕ

Για το θέμα της παράλειψης της ακρόασης του φορολογούμενου, εκδόθηκε η υπ. Αρ. 1184/2017 απόφαση του Β τμήματος του ΣτΕ, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει:

Επειδή, στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του».

Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ( `Αρθρο 45 του Ν.2690/1999 ,) ορίζεται ότι «1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα ακρόασης, προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου. 3. [...] 4. Οι διατάξεις των παρ.1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι σχετικές με τη δυσμενή διοικητική πράξη διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής».

Επειδή, το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, με την έννοια που κατοχυρώνεται στην παρ.2 του άρθρου 20 του Συντάγματος και ρυθμίζεται ειδικότερα, υπό την αυτή έννοια, με τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, συνίσταται στην δυνατότητα εκείνου για τον οποίον η Διοίκηση άγεται, μεταξύ άλλων, στην έκδοση πράξης βλαπτικής για τα συμφέροντά του, να εκθέσει σχετικά τις απόψεις του στην αρμόδια διοικητική αρχή έτσι ώστε να επηρεάσει την διαμόρφωση της κρίσης της ήδη στο στάδιο πριν από τον σχηματισμό της και την έκδοση της πράξης.

Συνέπεια της φύσης αυτής και του σκοπού του δικαιώματος είναι, αφ΄ ενός μεν ότι η παραβίασή του δεν θεραπεύεται με την εκ των υστέρων παροχή στον ενδιαφερόμενο της δυνατότητας να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση της πράξης (μεταξύ άλλων, Ολ.ΣτΕ 2370/2007), αφ΄ ετέρου δε ότι για να υπάρχει έδαφος άσκησής του πρέπει, πάντως, να πρόκειται για πράξη για την οποία το ζήτημα αν θα εκδοθεί ή πώς θα διαμορφωθεί το περιεχόμενό της να μην εξαντλείται κατά νόμον στην διάγνωση περί της συνδρομής αμιγώς αντικειμενικών προϋποθέσεων (μεταξύ πολλών, ΣτΕ 1685/2013 Ολ., 4254/2009, 1724/2005), αλλά να καταλείπεται καταρχήν στον διοικούμενο πεδίο προβολής κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών από την σφαίρα της υποκειμενικής του κατάστασης και συμπεριφοράς, συναφώς δε, όταν σε ένδικη αμφισβήτηση της πράξης προβάλλεται λόγος περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, για το λυσιτελές της προβολής του λόγου απαιτείται η αναφορά από τον διοικούμενο των ισχυρισμών που θα προέβαλλε ενώπιον της Διοικήσεως, αν είχε κληθεί σε ακρόαση (Ολ.ΣτΕ 4447/2012, κ.ά.).

Εξάλλου, πεδίο προβολής, κατά τα ανωτέρω, ουσιωδών ισχυρισμών από την υποκειμενική σφαίρα του διοικουμένου και, συνακόλουθα, έδαφος άσκησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, υφίσταται, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις κυρώσεων για την επιβολή των οποίων προβλέπεται ρητώς υπαιτιότητα, ή για τον καθορισμό του ύψους των οποίων καταλείπεται στην Διοίκηση ευχέρεια επιμέτρησης ανάλογα με την βαρύτητα και τις συνθήκες διάπραξης της παράβασης (Ολ.ΣτΕ 2370/2007, κ.ά.). Όχι όμως μόνον στις περιπτώσεις αυτές, αλλά και σε κάθε περίπτωση που προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο παραβατική συμπεριφορά και επαπειλείται η επιβολή εις βάρος του της αντίστοιχης κύρωσης, ακόμα και αν το ύψος της τελευταίας είναι προκαθορισμένο στον νόμο χωρίς ευχέρεια επιμέτρησης από την Διοίκηση, η δε στοιχειοθέτηση της παράβασης παρουσιάζεται στον νόμο ως «τυπική». Διότι, και στην περίπτωση αυτή, ο φερόμενος ως παραβάτης δύναται πάντως να συμβάλει στην λήψη νόμιμης απόφασης, αμφισβητώντας την ίδια την διάπραξη της παράβασης και προβάλλοντας προς τούτο ισχυρισμούς αναγόμενους στην υποκειμενική του σφαίρα και συνιστάμενους, μεταξύ άλλων, σε διαφορετική έναντι της διοικητικής αρχής- εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού της υπόθεσης (ΣτΕ 4447/2012 Ολ., 3578/2013, 4587/2013 κ.ά.). Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η επιβολή προστίμου για παραβάσεις του ΚΒΣ, και μετά την τροποποίηση των σχετικών διατάξεων με τις διατάξεις του Ν.2523/1997 περί του λεγομένου «αντικειμενικού συστήματος» επιβολής κυρώσεων.

Συνεπώς, πριν από την έκδοση πράξης επιβολής προστίμου για παραβάσεις του εν λόγω Κώδικα, η Διοίκηση, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οφείλει να καλεί σε ακρόαση τον φερόμενο ως παραβάτη.

Διαβάστε επίσης