Η άνοδος των αποδόσεων στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί καλύτερες προοπτικές εισοδήματος για όσους τοποθετούν σήμερα χρήματα σε ομόλογα. Για τους επενδυτές το αποτέλεσμα εξαρτάται κυρίως από το είδος των ομολόγων που κατέχουν και από τον επενδυτικό τους ορίζοντα.
Οι αγορές κρατικού χρέους έχουν βρεθεί υπό πίεση, καθώς οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να αναλάβουν τους κινδύνους που συνδέονται με τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους, τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό. Η άνοδος των αποδόσεων μεταφέρεται σταδιακά και στο κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας.
Για τους καταναλωτές, τα υψηλότερα επιτόκια μπορεί να σημαίνουν ακριβότερα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες και άλλες μορφές χρηματοδότησης. Για τους αποταμιευτές, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική: οι υψηλότερες αποδόσεις μπορούν να προσφέρουν καλύτερο εισόδημα από νέες τοποθετήσεις σταθερού εισοδήματος.
Κατ' αρχάς, τί ομόλογα έχετε;
Πολλοί επενδυτές δεν αγοράζουν ομόλογα απευθείας, αλλά τα κατέχουν μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων ή συνταξιοδοτικών προϊόντων που συνδυάζουν μετοχές και τίτλους σταθερού εισοδήματος. Ένα χαρτοφυλάκιο με σημαντική συμμετοχή σε ομόλογα δεν σημαίνει επομένως ότι είναι εκτεθειμένο αποκλειστικά στα κρατικά ομόλογα που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο των αγορών.
Ένα ευρέως διαφοροποιημένο ομολογιακό αμοιβαίο κεφάλαιο μπορεί να περιλαμβάνει κρατικά, εταιρικά, δημοτικά και άλλα ομόλογα, περιορίζοντας έτσι την επίδραση μιας μεγάλης μεταβολής σε μία συγκεκριμένη κατηγορία τίτλων. Για τον λόγο αυτό, οι επενδυτές θα πρέπει να εξετάζουν τα υποκείμενα στοιχεία ενός αμοιβαίου κεφαλαίου και όχι μόνο τη γενική ένδειξη ότι διαθέτουν, για παράδειγμα, 30% του χαρτοφυλακίου τους σε ομόλογα.
Η άνοδος των αποδόσεων δεν σημαίνει επίσης ότι όλα τα ομολογιακά χαρτοφυλάκια υφίστανται μεγάλες απώλειες. Οι νέοι τίτλοι που εκδίδονται σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων προσφέρουν μεγαλύτερο εισόδημα, ενώ η διαφοροποίηση μεταξύ διαφορετικών διάρκειών και εκδοτών μπορεί να περιορίσει τις διακυμάνσεις.
Γιατί τα ομόλογα παραμένουν σημαντικά
Ο βασικός ρόλος των ομολόγων σε ένα χαρτοφυλάκιο είναι η διαφοροποίηση και η σταθερότητα. Σε αντίθεση με τις μετοχές, που μπορούν να παρουσιάσουν μεγάλες και απότομες διακυμάνσεις, τα ομόλογα προσφέρουν συνήθως πιο προβλέψιμο εισόδημα και επιστροφή κεφαλαίου στη λήξη, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκδότης είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Η σχέση μεταξύ τιμών και αποδόσεων είναι, ωστόσο, αντίστροφη. Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, η αξία των παλαιότερων ομολόγων με χαμηλότερο κουπόνι υποχωρεί, επειδή οι επενδυτές μπορούν πλέον να αγοράσουν νέους τίτλους με υψηλότερες αποδόσεις. Αντίθετα, όταν τα επιτόκια μειώνονται, οι τιμές των υφιστάμενων ομολόγων τείνουν να αυξάνονται.
Αυτό σημαίνει ότι η τρέχουσα συγκυρία έχει δύο όψεις. Οι επενδυτές που ήδη κατέχουν ομόλογα μπορεί να βλέπουν την αξία τους να πιέζεται, ενώ όσοι διαθέτουν νέα κεφάλαια μπορούν να τοποθετηθούν σε τίτλους με υψηλότερες αποδόσεις από εκείνες που ήταν διαθέσιμες τα προηγούμενα χρόνια.
Η «διάρκεια» δείχνει πόσο κινδυνεύει ένα ομολογιακό fund
Δεν αντιδρούν όλα τα ομόλογα με τον ίδιο τρόπο στις μεταβολές των επιτοκίων. Η διάρκεια αποτελεί έναν από τους βασικότερους δείκτες για την ευαισθησία ενός ομολογιακού χαρτοφυλακίου.
Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια, τόσο μεγαλύτερη είναι συνήθως η επίδραση μιας μεταβολής των επιτοκίων στην αξία του fund. Ένα ομολογιακό αμοιβαίο κεφάλαιο με διάρκεια περίπου 5,5 ετών, για παράδειγμα, είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητο στις μεταβολές των επιτοκίων από ένα fund με διάρκεια άνω των 12 ετών.
Σε γενικές γραμμές, μια άνοδος των επιτοκίων κατά μία ποσοστιαία μονάδα μπορεί να προκαλέσει πτώση της αξίας ενός ομολογιακού fund περίπου ίση με τη διάρκειά του, αν και το πραγματικό αποτέλεσμα επηρεάζεται και από το εισόδημα που αποδίδουν τα ομόλογα. Η ίδια σχέση λειτουργεί και αντίστροφα όταν τα επιτόκια υποχωρούν.
Τι σημαίνει για όσους πλησιάζουν στη σύνταξη
Για έναν επενδυτή που βρίσκεται κοντά στη συνταξιοδότηση, η άνοδος των αποδόσεων δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για δραστικές αλλαγές στο χαρτοφυλάκιο. Η κατάλληλη κατανομή εξαρτάται από τον χρονικό ορίζοντα, τις ανάγκες εισοδήματος και την ανοχή στις διακυμάνσεις.
Μια περίοδος ανόδου των μετοχών μπορεί, αντίθετα, να δημιουργήσει ευκαιρία για επαναφορά του χαρτοφυλακίου στην επιθυμητή κατανομή. Εάν, για παράδειγμα, ένας επενδυτής έχει θέσει ως στόχο ένα χαρτοφυλάκιο με 60% μετοχές και 40% ομόλογα και η άνοδος των μετοχών έχει αυξήσει το μετοχικό σκέλος στο 70%, η αναδιάρθρωση μπορεί να επαναφέρει την αρχική ισορροπία.
Σε αυτή την περίπτωση, η αγορά ομολόγων με υψηλότερες τρέχουσες αποδόσεις μπορεί να ενισχύσει παράλληλα το εισόδημα του χαρτοφυλακίου, χωρίς ο επενδυτής να χρειάζεται να προβλέψει πότε ακριβώς θα κορυφωθούν τα επιτόκια.
Το μεγάλο ερωτηματικό: το δημόσιο χρέος
Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι εάν η άνοδος των αποδόσεων μπορεί να συνεχιστεί, καθώς οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης. Υψηλότερο χρέος, αυξημένες δημόσιες δαπάνες και μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης μπορούν να δημιουργήσουν έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο οι αγορές απαιτούν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το Δημόσιο.
Το πότε και με ποιον τρόπο θα εκδηλωθούν οι πιέσεις αυτές, όμως, δεν μπορεί να προβλεφθεί αξιόπιστα. Για τον μεμονωμένο επενδυτή, η προσπάθεια να προεξοφλήσει μια ενδεχόμενη «κρίση χρέους» και να τοποθετήσει ολόκληρο το χαρτοφυλάκιό του ανάλογα με αυτή την πρόβλεψη μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο επικίνδυνη από την ίδια την άνοδο των αποδόσεων.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η άνοδος των επιτοκίων δεν αποτελεί μόνο απειλή για τους κατόχους ομολόγων. Δημιουργεί επίσης υψηλότερες αποδόσεις για νέες επενδύσεις σταθερού εισοδήματος. Για τους επενδυτές, ιδιαίτερα όσους αποταμιεύουν για τη σύνταξη, η διαφοροποίηση, η διάρκεια των ομολόγων και η σταδιακή αναπροσαρμογή του χαρτοφυλακίου έχουν μεγαλύτερη σημασία από την προσπάθεια πρόβλεψης της επόμενης κίνησης των αγορών.