Τράπεζες

Χαμηλά ο πήχης στα τεστ αντοχής της ΕΚΤ- Περνούν οι ελληνικές τράπεζες


Μειωμένο το ελάχιστο όριο κεφαλαίων και «στρεσάρισμα» των ισολογισμών με βάση σενάριο για ύφεση το 2021 και το 2022

Στο σημείο εκκίνησης βρίσκονται από χθες, για να ολοκληρωθούν στις 31 Ιουλίου, τα τεστ αντοχής των ευρωπαϊκών τραπεζών. Για τις ελληνικές τράπεζες, η άσκηση δεν φαίνεται ότι θα επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις, καθώς ο πήχης για την ελάχιστη κεφαλαιακή επάρκεια έχει τοποθετηθεί αρκετά χαμηλά και πιθανότατα θα αντέξουν στο δυσμενές μακροοικονομικό σενάριο, που ανακοινώθηκε χθες από την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (EBA).

Σημαντικότερη και από τα μακροοικονομικά σενάρια του stress test ήταν η ανακοίνωση από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ, την Πέμπτη, των αποτελεσμάτων της τακτικής αξιολόγησης των τραπεζών (Supervisory Review and Evaluation Process - SREP), μέσω της οποίας διαμορφώνεται και το ελάχιστο όριο για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, το οποίο πρέπει να πληρούν οι τράπεζες. Μετά το «στρεσάρισμα» των ισολογισμών στο πλαίσιο του τεστ που οργανώνει η EBA, οι τράπεζες δεν θα πρέπει να πέφτουν χαμηλότερα από αυτό το ελάχιστο όριο.

Τα αποτελέσματα του SREP βοηθούν ιδιαίτερα τις ελληνικές τράπεζες, καθώς χαμηλώνει ο πήχης για το βασικό δείκτη της κεφαλαιακής επάρκειας, CET1. Ειδικότερα, το ελάχιστο όριο για το δείκτη CET1 μειώθηκε από 10,6% το 2019, στο 9,6%, καθώς ο SSM έκανε μια... έκπτωση περίπου 1%, όσον αφορά τα κεφάλαια του δεύτερου πυλώνα (Pilar 2 requirements), που είναι υποχρεωμένες να τηρούν οι τράπεζες. Ο δείκτης επάρκειας των συνολικών κεφαλαίων διατηρήθηκε αμετάβλητος στο 14,1%.

Με βάση στοιχεία 9μήνου 2020, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μια σχετικά άνετη διαφορά στα βασικά τους κεφάλαια, σε σχέση με το ελάχιστο όριο που θέτει ο SSM. Ο δείκτης CET1, όπως τον μετρά η Τράπεζα της Ελλάδος συνολικά στο τραπεζικό σύστημα (δηλαδή όχι μόνο στις συστημικές που θα μετάσχουν στο τεστ της EBA, αλλά και στις μικρότερες τράπεζες), διαμορφώθηκε σε 14,6%.

Ο δείκτης CET1 των συστημικών τραπεζών διαμορφώνεται ως εξής: για την Alpha Bank 17,2%, για την Πειραιώς 14,1%, για τη Eurobank 13,2% και για την Εθνική 15,9%. Σε όλες τις περιπτώσεις, δηλαδή, υπάρχει μια αρκετά σημαντική διαφορά κεφαλαίων τα οποία μπορούν να «καούν» στο πλαίσιο του stress test, χωρίς να υποχωρήσει ο δείκτης χαμηλότερα από το ελάχιστο όριο.

Τα μακροοικονομικά σενάρια, με βάση τα οποία καλεί η EBA τις τράπεζες να υπολογίσουν πώς θα διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια ο ισολογισμός τους, είναι δύο:

  • Στο βασικό σενάριο, προβλέπεται ότι η Ελλάδα θα περάσει από μια ύφεση -10% το 2020 σε ανάτπυξη 4,2% φέτος, 4,8% το 2022 και 3,7% το 2023.
  • Στο δυσμενές σενάριο, προβλέπεται φέτος συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά -1,8% και επιπλέον κάμψη κατά -2,5% το 2022, ενώ η ανάκαμψη θα έλθει το 2023 και θα είναι ασθενής (0,7%). Αντίστοιχα, μεταβάλλονται δυσμενώς για τις τράπεζες άλλες βασικές παράμετροι, όπως οι τιμές των οικιστικών και εμπορικών ακινήτων.

Όπως σημειώνει η EBA, «το δυσμενές σενάριο αντικατοπτρίζει τις συνεχιζόμενες ανησυχίες σχετικά με την πιθανή εξέλιξη της πανδημίας COVID-1 σε συνδυασμό με πιθανή σοβαρή μείωση της εμπιστοσύνης. Βασίζεται σε μια αφήγηση μιας παράτασης των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19 σε ένα περιβάλλον επιτοκίων χαμηλότερων και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, στο οποίο οι αρνητικές διαταραχές της εμπιστοσύνης θα παρατείνουν την οικονομική συρρίκνωση».

Πάντως, αν και οι τράπεζες αναμένεται να αντέξουν στο stress test χωρίς να εμφανισθούν απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας που δεν καλύπτονται από τους ως τώρα σχεδιασμούς τους, κάτι που θα επέβαλε την άμεση άντληση κεφαλαίων από τους μετόχους, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε στην πρόσφατη έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα τον προβληματισμό της για την αδυναμία των τραπεζών να δημιουργήσουν νέα κεφάλαια από τα κέρδη τους και τη χαμηλή ποιότητα των βασικών κεφαλαίων των τραπεζών, που αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από αναβαλλόμενες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Όπως σημειώνει, ειδικότερα, η ΤτΕ:

  • Όσον αφορά τις προοπτικές για την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών, τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται να ανταποκριθούν στην αβεβαιότητα σχετικά με τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου, στις ευμετάβλητες συνθήκες των αγορών κεφαλαίων ως αποτέλεσμα της πανδημίας και στην ανάγκη διατήρησης ισχυρής κεφαλαιακής θέσης ώστε να συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία.
  • Σημαντική παράμετρο αποτελεί η χαμηλή ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών. Τον Σεπτέμβριο του 2020 oι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs)28 ανέρχονταν σε €15,2 δισεκ. ευρώ αντιπροσωπεύοντας το 54,5% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα τρίμηνα, στο πλαίσιο της υλοποίησης των στρατηγικών των τραπεζών για περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.