Τράπεζες

Τράπεζες: Παγίδες στη μείωση «κόκκινων» δανείων βλέπουν οι ξένοι οίκοι


Απαισιόδοξη η Goldman Sachs, εκτιμά ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να μην πετύχουν οι τράπεζες τους στόχους

Παρά την έντονη κινητικότητα από τις ελληνικές τράπεζες, με τη συνδρομή και του Δημοσίου, μέσω του σχεδίου «Ηρακλής», για τη γρήγορη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μονοψήφιο ποσοστό, μέσα και από τιτλοποιήσεις 33 δισ. ευρώ μέσα στο 2020, αναλυτές των ξένων οίκων παραμένουν επιφυλακτικοί για το αν οι τράπεζες θα καταφέρουν να περάσουν τον πήχη, που έχει τεθεί αρκετά ψηλά.

Χαρακτηριστική είναι σημερινή ανάλυση της Goldman Sachs, που εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι οι μόνες στην ευρωζώνη που διατρέχουν κίνδυνο αποτυχίας στο σχεδιασμό τους για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κάτω από το όριο που έχει θέσει η Γερμανία, ως προϋπόθεση για να συζητήσει την παροχή ευρωπαϊκής εγγύησης στις καταθέσεις.

Στις επενδυτικές της συστάσεις, αφού τονίζει ότι η αγορά αποτιμά εσφαλμένα τους κινδύνους και δεν τους έχει ενσωματώσει στις τιμές των μετοχών, η G.S. εμφανίζεται απαισιόδοξη, προτείνοντας αγορά μόνο για τη μετοχή της Alpha Bank, ενώ διατηρεί την ουδέτερη σύσταση για τους τίτλους της Εθνικής και της Eurobank και υποβαθμίζει, με σύσταση πώλησης, τη μετοχή της Τρ. Πειραιώς. Κατά μέσο όρο, οι τιμές στόχοι μειώνονται κατά 15% και πλέον ο οίκος «βλέπει» σημαντικά περιθώρια ανόδου από τα σημερινά επίπεδα (κατά 18,9%) μόνο για τη μετοχή της Alpha.

Η Goldman εξηγεί ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες με πολύ ισχυρή πίεση για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κάτω από το 5% ως το τέλος του 2022 επειδή αυτό απαίτησε, τον περασμένο Νοέμβριο, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, καθώς έθεσε τους όρους του για να δεχθεί να συζητήσει την εγγύηση καταθέσεων, στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης, απαιτώντας όλες οι χώρες να έχουν επιτύχει πρώτα την πλήρη εξυγίανση ισολογισμών των τραπεζών τους.

Έκτοτε, οι ελληνικές τράπεζες επιτάχυναν δραστικά την προσπάθεια μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Όμως, ξεκινούν από ένα δείκτη NPE 39% και τα εμπόδια είναι αρκετά υψηλά. Για τις περισσότερες τράπεζες της ευρωζώνης, ο οργανικός σχηματισμός κεφαλαίου και ο ρυθμός μείωσης των NPE τις φέρνουν σε καλή θέση για να επιτύχουν τους στόχους, αλλά για τις ελληνικές τράπεζες η G.S. εκτιμά ότι θα υπάρξει ένα κεφαλαιακό άνοιγμα το 2023, της τάξεως των 3,4 δισ. ευρώ (1,8% του ΑΕΠ).

Οι μακροοικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα δεν είναι, στην παρούσα φάση, πολύ καλύτερες από άλλων, συγκρίσιμων χωρών, όταν αυτές υλοποίησαν προγράμματα μείωσης μη εξυπηρετούμενων δανείων, τονίζει η Goldman. Τα σχέδια των ελληνικών τραπεζών είναι πιο φιλόδοξα από άλλων χωρών, σημειώνει και προχωρά σε ενδιαφέροντα υπολογισμό, αθροίζοντας στα «κόκκινα» δάνεια και την αξία των ακινήτων που θα αποκτήσουν οι τράπεζες στη διάρκεια της εφαρμογής του σχεδίου για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. 

Όπως σημειώνει ο οίκος, η προσπάθεια που θα γίνει την περίοδο 2019 - 2022 θα καταλήξει, μέσω πλειστηριασμών, στην αύξηση του στοκ των ακινήτων που κατέχουν οι τράπεζες. Αν συνυπολογισθεί η αξία αυτών των ακινήτων στο στοκ των «κόκκινων» δανείων που θα έχουν οι τράπεζες, ως το 2022 ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα παραμείνει υψηλότερος από 10%, δηλαδή υπερδιπλάσιος του στόχου για 5%, ακόμη και με βάση τα ίδια τα σχέδια των τραπεζών.

Σύμφωνα με την G.S., η αγορά υποτιμά τις δυσκολίες αυτές και δεν τιμολογούνται σωστά στις μετοχές. Οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές έχουν αυξηθεί κατά 118% από την 1η Ιανουρίου 2019, έναντι αύξησης 5% στο χώρο της ευρωζώνης. Αυτό οφείλεται στις αυξημένες προσδοκίες οικονομικής ανάκαμψης, στην αυξημένη ζήτηση για «κόκκινα» δάνεια στη δευτερογενή αγορά, αλλά και για ακίνητα, λόγω των χαμηλών επιτοκίων στην ευρωζώνη και στις προσδοκίες μιας συστημικής λύσης μεγάλης κλίμακας για τα NPE, ιδιαίτερα μετά το deal για το μετασχηματισμό της Eurobank.

Όμως, ο οίκος βλέπει υπερβολές στις αποτιμήσεις, σημειώνοντας ότι ήδη οι τραπεζικές μετοχές διαπραγματεύονται σαν να είχαν μειώσει τα «κόκκινα» δάνεια στο επίπεδο των στόχων για το 2021, κάτι που σημαίνει ότι η αγορά δεν περιμένει ότι θα υπάρξουν ρίσκα εκτέλεσης στην προσπάθεια για μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.