Τράπεζες

Τράπεζες: Έρχεται σχέδιο «Ηρακλής 2», πάει πιο πίσω η bad bank


Μέσα στο β' τρίμηνο του 2021 ενεργοποιούνται νέες εγγυήσεις για τιτλοποιήσεις, ενώ αφήνεται για αργότερα το σχέδιο της ΤτΕ.

Ειλημμένη είναι η απόφαση της κυβέρνησης να θέσει σε εφαρμογή, μετά το α' τρίμηνο του 2021, το σχέδιο «Ηρακλής 2» για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, ενώ, παρά τις πιέσεις που δέχεται και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Κομισιόν και το ΔΝΤ, η κυβέρνηση αφήνει για αργότερα το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος για την ίδρυση bad bank.

Όπως αναφέρει το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεση εποπτείας της Ελλάδας, στις συζητήσεις που έγιναν με τις ελληνικές αρχές, η κυβέρνηση δήλωσε έτοιμη να αυξήσει τις εγγυήσεις για να συνεχισθεί η εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής», που προβλέπει τιτλοποιήσεις δανείων με κρατικές εγγυήσεις. Αντίθετα, για το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος οι αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών που συζήτησαν με τα στελέχη του Ταμείου δήλωσαν απλώς ότι το εξετάζουν, χωρίς να αναλάβουν κάποια περαιτέρω δέσμευση για την υλοποίησή του.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο της κυβέρνησης προβλέπει ότι, πιθανότατα το δεύτερο τρίμηνο του 2021, θα τεθεί σε εφαρμογή η δεύτερη φάση του σχεδίου «Ηρακλής», με την παροχή εγγυήσεων από το κράτος και κατόπιν σχετικής έγκρισης από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν. Αρχικά σχεδιαζόταν να γίνει αυτό από το πρώτο τρίμηνο του 2021, αλλά η πανδημία πήγε πίσω τις τιτλοποιήσεις των τραπεζών με το σχέδιο «Ηρακλής»: η Eurobank και η Alpha Bank έχουν ολοκληρώσει τις δικές τους συναλλαγές, αλλά η Εθνική και η Πειραιώς αναμένεται να τις ολοκληρώσουν μέσα στο α' τρίμηνο του επόμενου χρόνου.

Ο λόγος που προκρίνεται η συνέχιση εφαρμογής του σχεδίου «Ηρακλής», αντί μιας δεύτερης φάσης εξυγίανσης μέσω μιας bad bank, που θα μπορούσε να απορροφήσει δεκάδες δισ. προβληματικών δανείων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, είναι ότι οι τιτλοποιήσεις με κρατικές εγγυήσεις «καίνε» πολύ λιγότερα κεφάλαια των τραπεζών, σε σχέση με τη μεταφορά προβληματικών δανείων στη bad bank.

Οι τιτλοποιήσεις του σχεδίου «Ηρακλής» μεταμορφώνουν ένα μέρος των «κόκκινων» δανείων, αυτά που είναι τα πλέον ποιοτικά, τίτλους με εγγύηση του Δημοσίου, οι οποίοι μένουν στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών και, επιπλέον, μετά τη χαλάρωση των κανόνων της ΕΚΤ για την παροχή ρευστότητας, μπορούν να αξιοποιηθούν από τις τράπεζες για την άντληση ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα.

Αντίθετα, το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπει τη μεταφορά δανείων στη bad bank, η οποία στη συνέχεια θα τα τιτλοποιήσει. Από αυτή τη διαδικασία, οι τράπεζες θα εγγράψουν όλες τις ζημιές που προκύπτουν λόγω της διαφοράς ανάμεσα στις αποτιμήσεις που έχουν τα δάνεια στα βιβλία τους και στις χαμηλότερες αποτιμήσεις κατά τη μεταφορά τους στη bad bank. Παρά το γεγονός ότι η ΤτΕ έχει προτείνει αυτές οι ζημιές να αναγνωρισθούν από τις τράπεζες σε βάθος 5ετίας και όχι αμέσως, το πρόβλημα με το «κάψιμο» κεφαλαίων παραμένει.

Σε γενικές γραμμές, οι τράπεζες θα μπορούσαν να αντέξουν αυτό το «κάψιμο» κεφαλαίων από το σχέδιο της ΤτΕ, όμως δεν είναι βέβαιο ότι αυτό ισχύει και για την Τράπεζα Πειραιώς, παρά το γεγονός ότι πρόσφατα έλαβε «ένεση» στα βασικά της κεφάλαια, ύψους 2 δισ. ευρώ. Η διοίκηση της τράπεζας υπολογίζει ότι θα ενισχύσει από διάφορες πηγές το 2021 τα κεφάλαια κατά 2 δισ. ευρώ συνολικά, μεταξύ άλλων και με την έκδοση ομολόγων Tier-2, ύψους τουλάχιστον 600 εκατ. ευρώ. Ακόμη και με αυτά τα μέτρα κεφαλαιακής ενίσχυσης, προτιμότερο για την Πειραιώς είναι να προχωρήσει η εξυγίανση του χαρτοφυλακίου με τιτλοποιήσεις μέσω του «Ηρακλή», παρά να ενταχθεί στη bad bank.

Δεν αρκεί το σχέδιο «Ηρακλής» για την εξυγίανση

Πάντως, το σχέδιο που θέλει να υλοποιήσει η κυβέρνηση δεν πείθει εντελώς τους εξωτερικούς παρατηρητές. Τόσο η Κομισιόν, όσο και πρόσφατα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, υπογραμμίζουν ότι το σχέδιο «Ηρακλής» δεν είναι αρκετό για να επιτευχθεί η εξυγίανση των τραπεζών, καθώς αφήνει ανεπίλυτο ένα βασικό πρόβλημα, που δεν είναι άλλο από τη χαμηλή ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων, λόγω της μεγάλης συμμετοχής (άνω του 60%) των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTC). Ένα πρόβλημα που θα επιδεινωθεί, καθώς οι τιτλοποιήσεις θα «καίνε» κεφάλαια και θα αυξάνεται το ποσοστό συμμετοχής του DTC.

Όπως σημείωνε το ΔΝΤ στην πρόσφατη έκθεση αξιολόγησης, το σχέδιο «Ηρακλής» δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό εργαλείο πολιτικής για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και θα πρέπει να εξετασθούν πρόσθετες λύσεις, όπως η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για ίδρυση bad bank. Σύμφωνα με το Ταμείο:

  • Το σχέδιο «Ηρακλής» δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη λύση στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, παρότι προχωρούν οι τιτλοποιήσεις και ήδη δύο συστημικές τράπεζες έχουν ολοκληρώσει συναλλαγές ύψους 15 δισ. ευρώ, ενώ οι άλλες δύο προωθούν συναλλαγές αξίας 10 δισ. ευρώ το επόμενο διάστημα. Αυτές οι τιτλοποιήσεις, αν και θα μειώσουν τα NPE σημαντικά, ταυτόχρονα θα προκαλέσουν άμεσες κεφαλαιακές απώλειες, λόγω της τιτλοποίησης των δανείων σε αξία χαμηλότερη της λογιστικής.
  • Επιπλέον, δεν αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της χαμηλής ποιότητας των τραπεζικών κεφαλαίων. Όπως αναφέρει το Ταμείο, οι ελληνικές τράπεζες έχουν κεφαλαιακή επάρκεια υψηλότερη από το μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά πολύ μεγάλο ποσοστό των κεφαλαίων αποτελείται από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις.
  • Δεδομένου ότι η οργανική μείωση των NPE θα παραμείνει αργή, καθώς οι μεταρρυθμίσεις θα πάρουν χρόνο για να έχουν αποτελέσματα, οι τράπεζες θα πρέπει να στηριχθούν σε μη οργανικές λύσεις. Καθώς η λύση που προσφέρει το σχέδιο «Ηρακλής» δεν είναι επαρκής, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι πρόσφατα η Τράπεζα της Ελλάδας πρότεινε την ίδρυση μιας εταιρείας διαχείρισης ενεργητικού (AMC ή bad bank), ώστε να μειωθούν τα NPE σε μονοψήφιο ποσοστό, ενώ παράλληλα θα αντιμετωπισθεί και το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογίας.
  • Πάντως θα είναι σημαντικό η bad bank να μην επηρεάσει δυσμενώς τις τιτλοποιήσεις, οι οποίες βασίζονται σε μηχανισμούς τιμολόγησης της αγοράς και σε ιδιωτικές επενδύσεις. Δηλαδή, προειδοποιεί για τον κίνδυνο να βγαίνουν ταυτόχρονα στην αγορά οι τράπεζες για τις τιτλοποιήσεις του σχεδίου «Ηρακλής» και η bad bank για τις δικές της τιτλοποιήσεις, με συνέπεια να μην επαρκούν τα προσφερόμενα ιδιωτικά κεφάλαια και οι συναλλαγές να γίνουν με δυσμενέστερους όρους

H πρόταση Πισσαρίδη  

Εξάλλου, μια εναλλακτική λύση θεραπείας - σοκ προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη στην κυβέρνηση να εξετασθεί για να ξεπεράσουν οι τράπεζες το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι θα μπορούσε η κυβέρνηση να υποχρεώσει τις τράπεζες να μειώσουν με τιτλοποιήσεις σε μονοψήφιο ποσοστό τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε πολύ σύντομο χρόνο, το 2021 ή το 2022, καθιερώνοντας ένα σύστημα bonus malus, που θα επιβραβεύει ή θα τιμωρεί τις τράπεζες ανάλογα με τις επιδόσεις τους.

Μια εναλλακτική λύση, σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι η κάθε τράπεζα ανεξάρτητα να προχωρήσει ταχύτερα στην εξυγίανση του δικού της χαρτοφυλακίου προβληματικών δανείων μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων. Υπό τη λύση αυτή, η κυβέρνηση, σε συνεννόηση με τον SSM, θα πρέπει να επιταχύνει το σημερινό τριετές πρόγραμμα μείωσης των προβληματικών δανείων που έχει εγκριθεί από τον SSM και που βασίζεται στο πρόγραμμα «Ηρακλής», και να θέσει στις ελληνικές τράπεζες τον δεσμευτικό στόχο ότι τα προβληματικά δάνεια ως προς το σύνολο των δανείων θα πρέπει να μειωθούν σε μονοψήφιο αριθμό στο τέλος του 2021 (ενδεχομένως με κάποια πρόβλεψη παράτασης αν η πανδημία συνεχιστεί και το 2021).

Παράλληλα, θα πρέπει να καθιερωθεί σύστημα bonus/malus από την κυβέρνηση και τον SSM για αποκλίσεις από τους στόχους και για διατήρηση επιχειρήσεων «ζόμπι» στο χαρτοφυλάκιό τους. Το σύστημα αυτό μπορεί να βασίζεται, ενδεικτικά, σε ευνοϊκότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση για τράπεζες που ξεπερνούν τους στόχους τους.

Η Επιτροπή σημειώνει το υψηλό κόστος που έχουν οι τιτλοποιήσεις, όσον αφορά τα κεφάλαια των τραπεζών, αναφέροντας ότι από τις πρόσφατες τιτλοποιήσεις προκύπτει ότι για κάθε €1 δισεκ. προβληματικών δανείων που τιτλοποιούνται, απαιτούνται €200 εκατ. επιπρόσθετες προβλέψεις και κατ’ επέκταση και κεφάλαια, ενώ για πωλήσεις προβληματικών δανείων στην αγορά, οι ανάγκες για προβλέψεις είναι μεγαλύτερες.