Τράπεζες

Τράπεζες: Απέτυχε η εποπτεία της ΕΚΤ, δικαιώνεται το ΔΝΤ!


Οι συστάσεις Τόμσεν, η σύγκρουση με την Φρανκφούρτη και... το σχέδιο Στουρνάρα

Μπροστά στον κίνδυνο μιας αποτυχίας στην Ελλάδα με σοβαρό αντίκτυπο στο κύρος του βρίσκεται ο εποπτικός μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,  ενώ δικαιώνονται απόλυτα οι επανειλημμένες, στο παρελθόν, συστάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για ριζικές λύσεις εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών.

Aυτό εξηγεί τη στροφή 180 μοιρών που έχει κάνει, το τελευταίο διάστημα, η Φρανκφούρτη, η οποία πετούσε στον κάλαθο των αχρήστων, ως τώρα, τις προτάσεις Ελλήνων τραπεζιτών για κάποιας μορφής κεντρική διαχείριση προβληματικών δανείων (bad bank), ενώ πλέον υποστηρίζει ένθερμα την πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για μια πανευρωπαϊκά πρωτότυπη bad bank, που θα έχει ως κεφάλαιο αναβαλλόμενες απαιτήσεις των τραπεζών για επιστροφές φόρων.

Σημειώνεται ότι την ιδέα της σύστασης κεντρικού φορέα διαχείρισης προβληματικών δανείων είχαν προτείνει από καιρό τόσο ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Νίκος Καραμούζης, όσο και -πιο πρόσφατα, με την ετήσια έκθεσή του- ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας.

Όμως, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ, υπό τη διοίκηση της Ντανιέλ Νουί, που αποδείχθηκε «λίγη» για αυτή τη θέση, μόλις τώρα διαπιστώνει, καθώς αποδεικνύονται εντελώς ανεδαφικά τα νέα επιχειρησιακά σχέδια για γρήγορη μείωση των προβληματικών ανοιγμάτων, ότι είναι αδύνατον να επιτύχουν οι ελληνικές τράπεζες τις υπό συζήτηση θεαματικές μειώσεις των NPE, χωρίς να υποστούν δυσβάστακτες απώλειες κεφαλαίων.

Το λάθος

Το στρατηγικό λάθος της ΕΚΤ με τις ελληνικές τράπεζες έγινε το φθινόπωρο του 2017, όταν ήλθε σε σκληρή αντιπαράθεση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που υποδείκνυε μετ’ επιτάσεως την ανάγκη να δοθεί μια «καθαρή» λύση στα προβλήματα των ελληνικών τραπεζών: να γίνει νέος διαγνωστικός έλεγχος στα χαρτοφυλάκια δανείων (Asset Quality Review – AQR), να προσδιορισθούν με ακρίβεια οι κεφαλαιακές τους ανάγκες και να καλυφθούν πλήρως, με αξιοποίηση, εάν χρειαζόταν, των 20 δισ. ευρώ που είχαν μείνει στην άκρη από τον «τραπεζικό φάκελο» του ευρωπαϊκού δανείου των 86 δισ. ευρώ.

Το Ταμείο, όπως επανέλαβε και στην καλοκαιρινή του έκθεση του Άρθρου IV, ανησυχούσε όχι μόνο για τους αργούς ρυθμούς μείωσης των προβληματικών ανοιγμάτων, αλλά και για την ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών, υπογραμμίζοντας ότι σε ποσοστό άνω του 50% τα βασικά εποπτικά κεφάλαια (CET1) καλύπτονταν από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, οι οποίες δεν είναι κατάλληλες για την κάλυψη ζημιών, κάτι που παραδέχεται πλέον ανοικτά και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Αγνοώντας αυτές τις συστάσεις του Ταμείου, η ΕΚΤ επέλεξε τη «λύση» του… extend and pretend και υποχρέωσε τον Πόουλ Τόμσεν, για να αποφευχθεί μια επιζήμια ρήξη, να δηλώσει ότι την αποδέχεται: η «λύση» της ΕΚΤ ήταν να γίνουν απλώς νωρίτερα για τις ελληνικές τράπεζες τα stress tests του 2018, ώστε, εάν κρινόταν ότι χρειάζονται νέα κεφάλαια, να ήταν διαθέσιμο το «μαξιλάρι» των 20 δισ. ευρώ, που θα χανόταν με τη λήξη του τρίτου μνημονίου.

Οι τράπεζες πέρασαν μεν τους ελέγχους, με επαρκή κεφάλαια στο δυσμενές σενάριο και ακυρώθηκαν όλα τα σχέδια ανακεφαλαιοποίησης, αλλά χωρίς να θελήσει να δει η εποπτική αρχή τον… ελέφαντα στο δωμάτιο: οι τράπεζες είχαν επαρκή κεφάλαια, αλλά περισσότερα από τα μισά δεν ήταν πραγματικά, αφού αποτελούν λογιστικό εφεύρημα (αναβαλλόμενοι φόροι).

Προσγείωση… στην πραγματικότητα

Η ΕΚΤ «ξύπνησε» και αντιμετώπισε την οδυνηρή πραγματικότητα μερικούς μήνες αργότερα. Διαπίστωσε ότι η κερδοφορία των τραπεζών είναι πολύ χαμηλότερη από τις προηγούμενες προβλέψεις, με συνέπεια να υπάρχει κίνδυνος «εξαργύρωσης» αναβαλλόμενων φόρων με έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου και αντιλήφθηκε ότι η πρόσβαση των τραπεζών στην αγορά, για την έκδοση υβριδικών τίτλων, είναι τουλάχιστον προβληματική, ενώ και το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ιταλικής κρίσης, ακύρωσε τα σχέδια άμεσης επιστροφής στην αγορά ομολόγων.

Ακόμη χειρότερα, η απαίτηση του εποπτικού μηχανισμού για δραστική επιτάχυνση της μείωσης προβληματικών ανοιγμάτων από το 2019, κατέστη σαφές ότι θα προκαλούσε ζημιές που δύσκολα θα καλύπτονταν από τα προ προβλέψεων κέρδη, φέρνοντας ακόμη πιο κοντά το κακό σενάριο της έκδοσης μετοχών υπέρ του Δημοσίου, που θα διέλυε την επενδυτική εμπιστοσύνη στις ελληνικές τράπεζες.

Μπροστά σε αυτούς τους κινδύνους, που, όπως έγραψε και αρθρογράφος του “Bloomberg” θα μπορούσαν ακόμη και να αναζωπυρώσουν την ελληνική κρίση, η ΕΚΤ υποστηρίζει πλέον ένθερμα, σύμφωνα με πληροφορίες, το ευφάνταστο σχέδιο Στουρνάρα για μεταφορά των μισών και χειρότερων προβληματικών ανοιγμάτων των τραπεζών (δάνεια που έχουν καταγγελθεί), μαζί με τους αντίστοιχους αναβαλλόμενους φόρους, σε ένα όχημα ειδικού σκοπού, το οποίο θα αναλάβει και τη διαχείρισή τους.

Για την ΕΚΤ, το ελληνικό σχέδιο έχει και ένα σημαντικό, παράπλευρο κέρδος: θα ανοίξει το δρόμο για να αξιοποιηθούν πιο «δημιουργικά» οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που έχουν στους ισολογισμούς τους οι ιταλικές, ισπανικές και πορτογαλικές τράπεζες, σε μια περίοδο, όπου, λόγω της ιταλικής κρίσης και της αστάθειας στις διεθνείς αγορές, οι τράπεζες του Νότου έχουν ανάγκη τονωτικών κεφαλαιακών ενέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αν με αυτούς τους χειρισμούς αποτραπούν τα χειρότερα για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η ΕΚΤ θα αποφύγει ένα ισχυρό κλονισμό της εποπτικής της αξιοπιστίας. Ένα «ατύχημα» στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στα πρώτα βήματα της ενιαίας εποπτείας στην ευρωζώνη, θα τραυμάτιζε ανεπανόρθωτα το κύρος της Φρανκφούρτης και θα αποδείκνυε στις αγορές ότι το ΔΝΤ, ως εξωτερικός παρατηρητής, έκανε πολύ ορθότερη διάγνωση των προβλημάτων και πρότεινε καλύτερες λύσεις…

Διαβάστε επίσης