Τράπεζες

Το παρασκήνιο για την bad bank: Επίθεση... γοητείας από ΤτΕ σε τραπεζίτες


Σε βάθος 5ετίας οι ζημιές από τα «κόκκινα» δάνεια, ανακτούν την ελκυστικότητά τους οι τραπεζικές μετοχές

Να ξεπεράσει τη διστακτικότητα των τραπεζών για την ίδρυση bad bank επιδιώκει η Τράπεζα της Ελλάδος, με μια επίθεση... γοητείας από τον Γιάννη Στουρνάρα στις τραπεζικές διοικήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να προτιμούν τη λύση του σχεδίου «Ηρακλής 2», θεωρώντας ότι οι τιτλοποιήσεις «κόκκινων» δανείων με κρατικές εγγυήσεις θα οδηγήσουν εκ του ασφαλούς σε γρήγορη εξυγίανση των ισολογισμών, χωρίς να εκθέτουν τις τράπεζες σε απώλειες κεφαλαίων, που θεωρούνται αναπόφευκτες, αν ενεργοποιηθεί η bad bank.

Το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει τύχει επεξεργασίας εδώ και πολλούς μήνες, βρίσκεται πλέον στα χέρια των τραπεζικών διοικήσεων και είναι σαφές ότι γίνεται προσπάθεια στο παρασκήνιο να δελεάσει τις διοικήσεις η ΤτΕ, με δύο βασικές παραμέτρους του σχεδίου:

  • Οι τράπεζες δεν θα διατρέξουν τον κίνδυνο να υποχρεωθούν να αντλήσουν νέα κεφάλαια άμεσα, λόγω της λογιστικοποίησης των ζημιών που θα προκύψουν από τη μεταφορά προβληματικών δανείων στην bad bank σε τιμές χαμηλότερες αυτών που έχουν γράψει στα βιβλία τους. Η ΤτΕ ξεκαθαρίζει ότι η αναγνώριση των ζημιών θα γίνει σε βάθος πενταετίας, κάτι που σημαίνει ότι οι τράπεζες θα έχουν όλο τον απαραίτητο χρόνο για να σχεδιάσουν την άντληση κεφαλαίων με καλούς όρους, χωρίς να ανακαλούνται στη μνήμη τα... τραυματικά επεισόδια προηγούμενων ανακεφαλαιοποιήσεων.
  • Η bad bank, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος, θα διευκολύνει τις τράπεζες να προσελκύσουν και πάλι επενδυτικά κεφάλαια από ισχυρή θέση, καθώς θα τους επιτρέψει να «ξεφορτωθούν», ταυτόχρονα, όλα τα «κόκκινα» του παρελθόντος, που δεν θα έχει καταφέρει να απορροφήσει ο «Ηρακλής», αλλά και να «κάψουν» σε αυτή τη διαδικασία εξυγίανσης μόνο τα μη ποιοτικά κεφάλαιά τους, δηλαδή αυτά που αντιστοιχούν σε αναβαλλόμενους φόρους και σήμερα ξεπερνούν το 60% των συνολικών κεφαλαίων, προκαλώντας συνεχή προβληματισμό διεθνών οργανισμών και επενδυτικών οίκων. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της Τράπεζας της Ελλάδος, αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με το σχέδιο «Ηρακλής», αφού ακόμη και αν επιτρέψει να απορροφηθεί πολύ μεγάλο μέρος των προβληματικών δανείων, οι επενδυτές θα εξακολουθήσουν να βλέπουν μια εικόνα τραπεζών με καλύτερο μεν ενεργητικό, αλλά και με μια μη ποιοτική κεφαλαιακή βάση, που θα αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Αντίθετα, κατά την ΤτΕ, η bad bank θα «καθαρίσει» συνολικά τους τραπεζικούς ισολογισμούς, ώστε οι τράπεζες να είναι πλέον σε θέση να προσελκύσουν επενδυτές σε νέες αυξήσεις κεφαλαίου ή εκδόσεις υβριδικών ομολόγων στο μέλλον, με πολύ καλύτερους όρους.

Πάντως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι τραπεζίτες θα πεισθούν πως η bad bank αποτελεί μια λύση που πρέπει να δοκιμασθεί, ενώ και η κυβέρνηση εμφανίζεται επιφυλακτική, παρά το γεγονός ότι δέχεται ισχυρή πίεση τόσο από τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς όσο και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να υιοθετήσει και αυτή τη λύση. Ο Γ. Στουρνάρας δήλωσε χθες ότι η ευθύνη πλέον για την προώθηση και την υλοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ενεργητικού (AMC) έχει περιέλθει στην κυβέρνηση και τις τράπεζες, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία, παράλληλα με το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής» μέσα στο 2021. Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι πρόκειται για μια λύση με το ελάχιστο δυνατό κόστος για όλους τους εμπλεκομένους, δηλαδή την κυβέρνηση και τις τράπεζες.

Οι στόχοι και οι άξονες του σχεδίου

Όπως έχει αναφερθεί στην τελευταία έκθεση της ΤτΕ για τη νομισματική πολιτική, η bad bank εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλούς στόχους:

  • την οριστική και ταυτόχρονη διευθέτηση των προβλημάτων που απορρέουν από την ύπαρξη ενός υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) και της αναβαλλόμενης οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης (DTC), η οποία αποτελεί μακράν το μεγαλύτερο ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών,
  • την ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας, προκειμένου οι τράπεζες να μπορούν να παράγουν εσωτερικά κεφάλαιο σε διατηρήσιμη βάση,
  • την αποφυγή αδικαιολόγητης απίσχνανσης (undue dilution) των υφιστάμενων μετόχων, ώστε να υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα συμμετοχής τους σε ενδεχόμενες μελλοντικές αυξήσεις κεφαλαίου,
  • την αποφυγή χρήσης κρατικών ενισχύσεων, ώστε αφενός μεν να περιοριστεί ο ηθικός κίνδυνος (moral hazard), αφετέρου δε να ενισχυθεί περαιτέρω η χρηματοπιστωτική σταθερότητα με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών,
  • τη διαμόρφωση συνθηκών πλήρους διαφάνειας για την ορθή απεικόνιση των υφιστάμενων και μελλοντικών ζημιών των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών και
  • τον επαναπροσδιορισμό του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών, προκειμένου να παρουσιαστεί μία ελκυστική επενδυτική πρόταση.

Η πρόταση της ΤτΕ, ειδικότερα,

  • Προκρίνει τη μεταφορά σε ποσοστό μέχρι το 100% του υφιστάμενου αποθέματος ΜΕΔ, καθώς και των νέων ΜΕΔ που θα προκύψουν μετά το πέρας της πανδημίας, στην AMC.
  • Αξιοποιεί τις υφιστάμενες υποδομές των τραπεζών και τη συμμετοχή τρίτων μερών στους τομείς διαχείρισης των ΜΕΔ, δεδομένου ότι προβλέπει τη μεταφορά των υφιστάμενων σχέσεων παράλληλα με το απόθεμα ΜΕΔ στην AMC.
  • Επιτρέπει την κατάρτιση συναλλαγών τιτλοποιήσεων αμιγώς με όρους αγοράς με τη διάθεση του μεγαλύτερου τμήματος των υπό έκδοση τίτλων σε επενδυτές, επιταχύνοντας την εξυγίανση των τραπεζών.
  • Διαφοροποιεί τις πηγές εσόδων της αποζημίωσης που λαμβάνει το Ελληνικό Δημόσιο σε αντιστάθμιση για τη χορήγηση εγγύησης. Πρωτίστως, με τη μορφή φορολογικών εσόδων σχετιζόμενων με το ύψος της ονομαστικής αξίας των υπό μεταφορά ΜΕΔ προς την AMC. Δευτερευόντως, με ταμειακή μορφή μέσω ενός σταθερού επιτοκιακού εσόδου υπολογισμένου επί του ποσού της ονομαστικής χορηγηθείσας εγγύησης και, τέλος, με τη μορφή τίτλων από τις τιτλοποιήσεις.
  • Προσδιορίζει ότι οι ενδεχόμενες ζημίες που σχετίζονται με το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΔ καταλογίζονται στις τράπεζες και καλύπτονται αποκλειστικά από αυτές και όχι από τον Έλληνα φορολογούμενο.
  •  Αναλώνει, για την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, το τμήμα των εποπτικών τους κεφαλαίων το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνο την αναβαλλόμενη οριστική και εκκαθαρισμένη φορολογική απαίτηση (DTC), με την ενεργοποίηση μηχανισμού συμψηφισμού με ενδεχόμενες ζημίες, και όχι το τμήμα των λοιπών στοιχείων του Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1).
  • Διευκολύνει το τραπεζικό σύστημα με τη χορήγηση της δυνατότητας σταδιακής καταβολής του κόστους εξυγίανσης σε βάθος πενταετίας, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο ώστε να διαμορφωθεί ένας ομαλός οδικός χάρτης επαναφοράς σε διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και συνεπώς και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.
  • Απελευθερώνει χρηματοδοτικούς και φυσικούς πόρους, είτε αυτοί σχετίζονται με εμπράγματες εξασφαλίσεις, που θα αξιοποιηθούν από βιώσιμες οικονομικές μονάδες, είτε μέσω της αναδιανομής πόρων από τον τραπεζικό τομέα στο πλαίσιο της ενίσχυσης των αναπτυξιακών τάσεων της πραγματικής οικονομίας.
Διαβάστε επίσης