Το πρώτο MacBook Pro με οθόνη αφής παρουσίασε η Apple, ανατρέποντας μια σχεδιαστική αρχή που επί χρόνια υπερασπίζονταν οι προηγούμενες ηγεσίες της. Η κίνηση εντάσσεται στη νέα στρατηγική του διευθύνοντος συμβούλου Τζον Τέρνους, ο οποίος επανεξετάζει βασικές επιλογές της εταιρείας, από τα smartphones έως τους φορητούς υπολογιστές.
Το νέο μοντέλο παρουσιάστηκε στο Λος Άντζελες και επιτρέπει τον χειρισμό μέσω αφής, με τρόπο αντίστοιχο με εκείνον ενός iPhone. Θα κυκλοφορήσει στις 6 Νοεμβρίου, με τιμή εκκίνησης τα 2.899 δολάρια. Παράλληλα, διαθέτει αναβαθμισμένα τσιπ και μικρόφωνα, φωτεινότερη και πιο ζωντανή οθόνη, ενώ είναι λεπτότερο και ελαφρύτερο από τον προκάτοχό του.
Πρόκειται για το τρίτο νέο προϊόν που παρουσιάζει η Apple από τότε που ο Τέρνους διαδέχθηκε τον Τιμ Κουκ τον Σεπτέμβριο. Είχαν προηγηθεί το πρώτο αναδιπλούμενο iPhone, το iPhone Duo, και το νέο οικιακό τάμπλετ HomeView, σε μια περίοδο κατά την οποία ο τεχνολογικός κολοσσός διευρύνει τις σχεδιαστικές και εμπορικές επιλογές του.
Από το «όχι» του Τζομπς στη νέα στρατηγική
Η επιλογή της οθόνης αφής έχει ιδιαίτερο συμβολισμό για την Apple. Το 2010, ο Στιβ Τζομπς είχε απορρίψει την ιδέα ενός φορητού υπολογιστή με οθόνη αφής, χαρακτηρίζοντάς την «εργονομικά απαίσια». Το 2012, ο διάδοχός του, Τιμ Κουκ, είχε επίσης απορρίψει το ενδεχόμενο σύγκλισης MacBook και iPad, παρομοιάζοντας μια τέτοια προσέγγιση με την προσπάθεια συνδυασμού μιας τοστιέρας με ένα ψυγείο.
Ο Τέρνους, ο οποίος εργάζεται στην Apple εδώ και 25 χρόνια, έχοντας περάσει από τον σχεδιασμό οθονών Mac στην ηγεσία της μηχανικής υλικού, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει αυτή την παράδοση. Παρουσιάζει την αφή ως φυσική εξέλιξη του MacBook Pro, υποστηρίζοντας ότι η νέα οθόνη προσφέρει περισσότερα από έναν επιπλέον τρόπο χειρισμού.
Η Apple έχει αλλάξει κατεύθυνση και στο παρελθόν. Το 2010, ο Τζομπς είχε ειρωνευτεί τα μικρά τάμπλετ ανταγωνιστών, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να συνοδεύονται από γυαλόχαρτο για να μικρύνουν τα δάχτυλα των χρηστών. Δύο χρόνια αργότερα, ο Κουκ παρουσίασε το iPad mini, ένα προϊόν στο οποίο, όπως είχε δηλώσει, πίστευε προσωπικά.
Η μάχη της αγοράς και το κόστος της καινοτομίας
Η Apple δεν είναι η πρώτη εταιρεία που λανσάρει φορητό υπολογιστή με οθόνη αφής. Η Lenovo, η HP και η Dell διαθέτουν ήδη αντίστοιχα μοντέλα, χωρίς ωστόσο η συγκεκριμένη κατηγορία να έχει αποκτήσει κυρίαρχη θέση στην αγορά. Σύμφωνα με την IDC, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους οι φορητοί υπολογιστές με οθόνη αφής αντιστοιχούσαν στο 16% των συνολικών αποστολών laptop.
Το στοίχημα της Apple είναι ότι μπορεί να διευρύνει αυτή την αγορά μέσα από μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία χρήσης και την ικανότητά της να παράγει και να διαθέτει εκατομμύρια συσκευές μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας της. Οι παρουσιάσεις της εταιρείας ανέδειξαν εφαρμογές σε εργασίες γραφιστικής, παραγωγής μουσικής, επεξεργασίας περιεχομένου και χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
Η νέα λειτουργία μπορεί, παράλληλα, να συμβάλει στην αποδοχή των υψηλότερων τιμών. Η Apple έχει ήδη αυξήσει τις τιμές των Mac, καθώς το κόστος εξαρτημάτων ενισχύεται, μεταξύ άλλων, από την εκρηκτική ζήτηση για τσιπ μνήμης λόγω της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης. Τον Ιούνιο, η τιμή του βασικού MacBook Pro αυξήθηκε κατά 300 δολάρια, στα 1.999 δολάρια.
Ο Τζιτές Ουμπράνι, διευθυντής έρευνας για τις καταναλωτικές συσκευές στην IDC, εκτιμά ότι οι πρόσθετες λειτουργίες μπορούν να κάνουν μια ακριβότερη συσκευή να φαίνεται πιο συμφέρουσα, ιδίως για επαγγελματίες που ασχολούνται με την επεξεργασία φωτογραφιών και βίντεο.
Περισσότερα προϊόντα, αλλά και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα
Η διεύρυνση της γκάμας, ωστόσο, δημιουργεί ένα διαφορετικό πρόβλημα: τον κίνδυνο να χαθεί η απλότητα που χαρακτήριζε επί χρόνια την εμπορική στρατηγική της Apple. Η εταιρεία διαθέτει πλέον έξι βασικές κατηγορίες Mac, έξι τύπους iPhone και τέσσερις τύπους iPad, με πολλές παραλλαγές σε μέγεθος οθόνης, αποθηκευτικό χώρο και υλικά.
Ο Μάικλ Γκάρτενμπεργκ, αναλυτής τεχνολογίας που είχε εργαστεί στο μάρκετινγκ προϊόντων της Apple από το 2013 έως το 2016, παραλληλίζει τη σημερινή στρατηγική με εκείνη της δεκαετίας του 1990, όταν η εταιρεία διέθετε υπερβολικά πολλά μοντέλα και πλησίαζε στη χρεοκοπία. Με την επιστροφή του στην ηγεσία, ο Τζομπς περιόρισε δραστικά τη γκάμα, εστιάζοντας σε λιγότερα προϊόντα.
Σήμερα, η Apple έχει χρηματιστηριακή αξία 5 τρισ. δολαρίων και συγκαταλέγεται στις πιο κερδοφόρες εταιρείες παγκοσμίως. Το ερώτημα είναι αν η διεύρυνση της προϊοντικής στρατηγικής υπό τον Τέρνους θα δημιουργήσει νέες πηγές ανάπτυξης ή θα περιπλέξει την επιλογή για τους καταναλωτές. Η μετάβαση από τη φιλοσοφία των αυστηρών επιλογών σε μια πιο διευρυμένη γκάμα μπορεί να προσφέρει νέες ευκαιρίες, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο απώλειας της σχεδιαστικής πειθαρχίας που αποτέλεσε διαχρονικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Apple.