Οικονομία

Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη (μάλλον) δεν θα φέρει την «Αποκάλυψη» στην εργασία


H τελική έκβαση θα εξαρτηθεί λιγότερο από την τεχνολογία και περισσότερο από τις επιλογές των κοινωνιών που τη χρησιμοποιούν

Η ανησυχία ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αφανίσει την εργασία εξαπλώνεται με ταχύτητα. Δημοσκόπηση του Quinnipiac τον Μάρτιο έδειξε ότι το 70% των Αμερικανών πιστεύει πως η ΑΙ θα μειώσει τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας, από 56% έναν χρόνο πριν. Το 30% δηλώνει ότι φοβάται για τη δική του θέση.

Και φωνές από τον ίδιο τον κλάδο ενισχύουν το αφήγημα: ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, προειδοποιεί ότι έως και το 50% των εισαγωγικών θέσεων γραφείου μπορεί να εξαφανιστεί μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ ο επικεφαλής του Microsoft AI, Μουσταφά Σουλεϊμάν, εκτιμά ότι μεγάλο μέρος της εργασίας στελεχών γραφείου θα αυτοματοποιηθεί πλήρως εντός 12 έως 18 μηνών.

Η OpenAI, από την πλευρά της, προτείνει εβδομάδα εργασίας 32 ωρών, ώστε η τεχνητή νοημοσύνη να δημιουργήσει «μαζική σχόλη» αντί για μαζική ανεργία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προοπτική μιας αγοράς εργασίας που καταρρέει μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Η ΑΙ έχει σχεδιαστεί για να μιμείται φθηνά ό,τι κάνουν οι άνθρωποι σε έναν υπολογιστή, χωρίς ανάγκη για ύπνο, χωρίς συνδικαλισμό και συχνά με ανώτερη απόδοση. Ήδη, εταιρείες όπως Block, Meta, Oracle και Microsoft συνδέουν απολύσεις ή προγράμματα εθελουσίας εξόδου με την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι τόσο γραμμική. Οι ίδιες αυτές εταιρείες ενδέχεται απλώς να αναδιπλώνονται μετά από υπερβολικές προσλήψεις, προσαρμόζοντας το αφήγημα ώστε να καθησυχάσουν ή να ενθουσιάσουν τις αγορές. Και οι ηγέτες της ΑΙ μπορεί να κατανοούν άριστα τα νευρωνικά δίκτυα, αλλά όχι απαραίτητα τη δυναμική των αγορών εργασίας — ή ακόμα και να έχουν πειστεί υπερβολικά από τη δική τους ρητορική.

Τα μακροοικονομικά δεδομένα, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν επιβεβαιώνουν την καταστροφολογία. Η ανεργία στις ΗΠΑ βρισκόταν στο 4,3% τον Μάρτιο, σχεδόν ίδια με το 4,4% του Μαρτίου 2020. Οι ωριαίες αποδοχές παραμένουν σταθερές, ενώ η ζήτηση για μηχανικούς λογισμικού αυξάνεται, ακόμη και με την εμφάνιση προηγμένων εργαλείων όπως το Claude Code.

Οι οικονομολόγοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στο σενάριο μαζικής ανεργίας. Ο Άλεξ Ίμας, του Πανεπιστημίου του Σικάγο, προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης: κάθε πρόβλεψη για το μέλλον της οικονομίας πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα «τι θα είναι σπάνιο». Στην ιστορία, η σπανιότητα μετατοπίζεται: από την τροφή, στα αγαθά, στη γνώση. Σήμερα, ο φόβος είναι ότι η ΑΙ θα καταστήσει τη γνώση άφθονη, υποβαθμίζοντάς την σε εμπόρευμα.

Όμως κάτι θα παραμένει πάντα σπάνιο. Και αυτό που αναδύεται είναι η αξία του ανθρώπινου στοιχείου. Καθώς οι κοινωνίες έχουν όλο και περισσότερα υλικά αγαθά, η κατανάλωση μετατοπίζεται προς υπηρεσίες και αγαθά όπου η εμπειρία, η αφήγηση και η ανθρώπινη επαφή έχουν μεγαλύτερη σημασία: εξατομικευμένη ιατρική φροντίδα, εκπαίδευση, ψυχοθεραπεία, προσωπική προπόνηση. Πρόκειται για τον λεγόμενο «σχεσιακό τομέα» της οικονομίας, ο οποίος αναμένεται να διευρυνθεί.

Η ίδια λογική αποτυπώνεται και σε καθημερινά παραδείγματα. Ο καφές, που κάποτε απαιτούσε χρόνο και δεξιότητα, σήμερα παρασκευάζεται εύκολα στο σπίτι. Αυτό όμως δεν οδήγησε σε μείωση των καφετεριών — αντίθετα, οι baristas και τα καφέ πολλαπλασιάστηκαν. Όσο πιο εύκολα αποκτάται ένα αγαθό, τόσο αυξάνεται η ζήτηση για την εμπειρία γύρω από αυτό.

Η ιστορία της τεχνολογίας προσφέρει αντίστοιχα διδάγματα. Το 1979, το VisiCalc, το πρώτο λογιστικό φύλλο, προκάλεσε φόβους για εξαφάνιση των λογιστών. Αντίθετα, το επάγγελμα τετραπλασιάστηκε τις επόμενες δεκαετίες. Η εξήγηση βρίσκεται στο «παράδοξο του Τζέβονς»: η αύξηση της αποδοτικότητας μειώνει το κόστος και τελικά αυξάνει τη ζήτηση. Έτσι, οι υπολογιστές δεν αντικατέστησαν τους εργαζομένους, αλλά διεύρυναν το πεδίο δράσης τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΑΙ δεν θα αλλάξει ριζικά την εργασία. Αντιθέτως, μπορεί να αυξήσει τον όγκο και την ένταση της εργασίας. Όσοι υιοθετούν μαζικά εργαλεία ΑΙ συχνά δουλεύουν περισσότερο, καθώς αποκτούν τη δυνατότητα να κάνουν περισσότερα. Το ερώτημα παραμένει αν αυτή η αύξηση δραστηριότητας συνοδεύεται από πραγματική παραγωγικότητα ή απλώς από την ψευδαίσθησή της.

Ένα πρακτικό κριτήριο, που έχει διατυπωθεί από τον καθηγητή του Wharton Ίθαν Μόλικ, είναι αν η ΑΙ μπορεί να ξεπεράσει τον καλύτερο διαθέσιμο άνθρωπο σε μια δεδομένη στιγμή. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό αρχίζει να συμβαίνει. Όμως, αντί να υποκαθιστά τις ανθρώπινες σχέσεις, συχνά τις ενισχύει: δημιουργεί νέες αφορμές για συνεργασία, διάγνωση, συζήτηση και δημιουργία.

Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι μια ολική κατάρρευση της απασχόλησης, αλλά μια πιο άνιση μετάβαση. Η ΑΙ ενδέχεται να καταργήσει ορισμένες θέσεις, όχι όμως το σύνολο της εργασίας. Και αυτή η «μερική» ανατροπή ίσως αποδειχθεί πιο δύσκολη στη διαχείριση. Σε αντίθεση με μια καθολική κρίση — όπως η πανδημία — που ενεργοποιεί μαζικές πολιτικές στήριξης, οι περιορισμένες απώλειες θέσεων συχνά αφήνονται να απορροφηθούν από τις ίδιες τις κοινότητες, με ελάχιστη υποστήριξη.

Τέλος, υπάρχει μια λιγότερο ορατή, αλλά κρίσιμη, διάσταση: ακόμη κι αν η ΑΙ αυξήσει την αξία των ανθρώπινων δεξιοτήτων, μπορεί ταυτόχρονα να τις διαβρώσει. Οι νεότερες γενιές περνούν λιγότερο χρόνο με φίλους, βγαίνουν λιγότερα ραντεβού και αναφέρουν χαμηλότερα επίπεδα κοινωνικής επαφής. Η τεχνητή νοημοσύνη, προσφέροντας ψηφιακά υποκατάστατα σχέσεων, μπορεί να εντείνει αυτή την απομάκρυνση.

Εάν η οικονομία του μέλλοντος βασιστεί περισσότερο στην ανθρώπινη επαφή, τότε η ικανότητα ουσιαστικής σχέσης θα αποτελέσει κρίσιμο κεφάλαιο. Και εδώ εντοπίζεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση: όχι αν η εργασία θα εξαφανιστεί, αλλά αν θα διατηρηθούν οι δεξιότητες που την καθιστούν ουσιαστικά ανθρώπινη.

Ανάμεσα σε ένα αισιόδοξο σενάριο ευημερίας και ένα πιο σκοτεινό, όπου ο πλούτος συγκεντρώνεται και οι ανθρώπινες σχέσεις αποδυναμώνονται, η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί λιγότερο από την τεχνολογία και περισσότερο από τις επιλογές των κοινωνιών που τη χρησιμοποιούν.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα