Με Άποψη

Τα ιστορικά ρεκόρ στις αγορές και ο καθρέφτης της οικονομίας


 Οι απώλειες που υπέστησαν τα χρηματιστήρια τον πρώτο μήνα μετά την εκδήλωση της πανδημίας κορονοϊού είναι αντίστοιχες εκείνων στην πετρελαϊκή κρίση του 1987 και στην τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση του  2008. Οι φόβοι των επενδυτών για μείωση της κατανάλωσης, κάμψη των επενδύσεων, αύξηση του χρέους και μεγάλη άνοδο της ανεργίας επιβεβαιώνονται από τα πρώτα στοιχεία.

Με δεδομένο ότι η πορεία των χρηματιστηριακών αγορών βασίζεται πρωτίστως σε προσδοκίες, η στάση των επενδυτών φαίνεται δικαιολογημένη από τα γεγονότα που ακολούθησαν.  Αλλωστε, οι επιδόσεις των χρηματιστηρίων τα προηγούμενα χρόνια δεν αντιστοιχούσαν στις επιδόσεις των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη – ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής και της ιαπωνικής.

Του ΠΑΡΗ ΜΑΓΕΙΡΙΑ

Στη Γερμανία ο μεταποιητικός δείκτης PMI βρίσκεται σταθερά κάτω των 50 μονάδων, από τον Ιανουάριο του 2019. Αυτό σημαίνει ότι ο μεταποιητικός τομέας βρίσκεται σε ύφεση παραπάνω από έναν χρόνο. Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε τον DAX να σημειώσει άλμα +26% κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους και νέο ιστορικό υψηλό τον Φεβρουάριο του τρέχοντος;

 Με "καύσιμο" το δωρεάν χρήμα

Σίγουρα όχι οι προσδοκίες για περαιτέρω ανάπτυξη. Περισσότερο συνετέλεσε η στροφή της ΕΚΤ σε πιο χαλαρή νομισματική πολιτική με στόχο την τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Βοήθησαν επίσης οι συχνές διαβεβαιώσεις ότι η ποσοτική χαλάρωση (QE) και τα αρνητικά επιτόκια θα παραμείνουν μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος για τον πληθωρισμό - που δεν προβλέπεται να γίνει πριν το 2022.  Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι αγορές κινήθηκαν με "καύσιμο" τους πακτωλούς ρευστότητας που διοχέτευσαν στο σύστημα οι κεντρικές τράπεζες - η ΕΚΤ, η Fed, η BOJ και πολλές άλλες.

Όμως η Επισκόπηση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας της ΕΚΤ έδειξε ότι οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων που βασίζονται σε αρνητικά επιτόκια είναι πιθανό να υποστούν μελλοντικά μεγάλες διορθώσεις. Το πρόβλημα είναι ότι όσο η ΕΚΤ επιμένει στα αρνητικά επιτόκια, τόσο διευρύνεται το ποσοστό των επενδύσεων σε αρνητικά επιτόκια. Έτσι, γίνεται ολοένα και δυσκολότερο για την ΕΚΤ να επιστρέψει σε θετικά επιτόκια και να μην πέσει σε αυτό που ονομάζουμε «liquidity trap» (παγίδα ρευστότητας), κατά την οποία οποιαδήποτε άλλα μέτρα της, θα έχουν ελάχιστο αντίκτυπο στην οικονομία.

Οι φοροαπαλλαγές του Τραμπ

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, με την εκλογή Τραμπ το 2016 και τις γενναίες φοροαπαλλαγές που ακολούθησαν από την 1η Ιανουαρίου 2018, το ράλι ήταν αναμενόμενο. Η εκλογή Τραμπ αποδείχθηκε «Θείο δώρο» για τους εταιρικούς κολοσσούς. Με τον εταιρικό φόρο πλέον στο 21% από  35%, οι επικεφαλής των μεγάλων επιχειρήσεων είχαν κάθε λόγο να “πουσάρουν” τις τιμές των μετοχών τους, με διανομή μεγάλων μερισμάτων και επαναγορές ιδίων μετοχών.

Αξίζει να επισημανθεί ότι από το 2008 μέχρι και το 2019, σε 12 χρόνια, οι εταιρείες της Wall Street αγόρασαν δικές τους μετοχές συνολικής αξίας 6,5 τρισ. δολαρίων.  Περίπου το 1/3 αυτών των επαναγορών έγινε στη διετία 2018-2019 επί προεδρίας Τραμπ, όταν οι εταιρείες τοποθέτησαν 2,1 τρισ. σε δικές τους μετοχές.

Έρευνα του ΔΝΤ σε εταιρείες εισηγμένες στον S&P 500 έδειξε ότι μόλις το 20% των αυξημένων (λόγω φοροαπαλλαγών) ταμειακών ροών κατευθύνθηκε σε έρευνα και ανάπτυξη. Το υπόλοιπο 80% κατέληξε στους επενδυτές - υπό μορφή μορφή μερισμάτων, με επαναγορά ιδίων μετοχών από τις εταιρείες και με προσαρμογές περιουσιακών στοιχείων. Έτσι οι αμερικάνικοι δείκτες κατέρριπταν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, δίχως να αντιπροσωπεύει η άνοδος αυτή την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και της οικονομίας.

Η μεγάλη διόρθωση ήταν λοιπόν αναπόφευκτη. Με την εκδήλωση της πανδημίας, δόθηκε η αφορμή και δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για να γίνει αυτή η προσαρμογή τιμών και αποτιμήσεων.

Αποδεικνύεται για πολλοστή φορά ότι τα χρηματιστήρια δεν αντανακλούν πάντα την κατάσταση και τις προοπτικές της οικονομίας, ούτε “προβλέπουν και προεξοφλούν”.

Διαβάστε επίσης