Τράπεζες

Στουρνάρας/ΤτΕ εναντίον servicers για αμοιβές από κόκκινα δάνεια


Μέτωπο με τις εταιρείες διαχείρισης δανείων ανοίγει η Τράπεζα της Ελλάδος, θέτοντας για πρώτη φορά υπό αμφισβήτηση το εντελώς χαριστικό θεσμικό πλαίσιο για τους servicers, που τους επιτρέπει να λαμβάνουν κανονικά τις αμοιβές τους για τη διαχείριση τιτλοποιήσεων του σχεδίου «Ηρακλής», ακόμη και αν υστερούν απελπιστικά έναντι των στόχων ανάκτησης που προβλέπονται στα επιχειρησιακά σχέδια των τιτλοποιήσεων.

Σε δηλώσεις του (στο mononews.gr), ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας απαντά σχετικά με τους servicers και την πορεία της ανάκτησης των κόκκινων δανείων που τιτλοποιήθηκαν ότι «σαφώς υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης σε ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη, τους πλειστηριασμούς». Αναγνωρίζει, έτσι, σε ένα βαθμό, τη βασιμότητα της επιχειρηματολογίας των servicers, που λένε ότι οι καθυστερήσεις των ανακτήσεων δεν οφείλονται σε δική τους αδυναμία, αλλά στα προβλήματα της δικαιοσύνης, δηλαδή κυρίως στις καθυστερήσεις των πλειστηριασμών.

Ο κ. Στουρνάρας, όμως, σπεύδει να προσθέσει τα εξής: «Από την άλλη το πλαίσιο έχει δώσει μία δομή αμοιβών που "βρέξει χιονίσει" οι διαχειριστές  θα παίρνουν τα χρήματα, ακόμα και αν δεν κάνουν τις ενέργειες που πρέπει, οπότε πρέπει να δούμε ένα intensive mechanism».

Με αυτή την αναφορά, ο διοικητής της ΤτΕ «φωτογραφίζει» τις αλλαγές που έγιναν στο θεσμικό πλαίσιο για τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή» τον Ιούλιο του 2021, στις οποίες είχε αναφερθεί αναλυτικά το Σin. Εκείνη την περίοδο, το υπουργείο Οικονομικών δεχόταν έντονη πίεση από servicers, οι οποίοι απείχαν πάρα πολύ από την εκπλήρωση των στόχων για τις ανακτήσεις δανείων και ζητούσαν μια πιο χαλαρή μεταχείριση, καθώς κινδύνευαν να αποβληθούν από τιτλοποιήσεις και να χάσουν τις αμοιβές τους.

Ήταν μια ρύθμιση που είχε κατατεθεί τότε στη Βουλή για να ανοίξει ο δρόμος για τον δεύτερο γύρο τιτλοποιήσεων με βάση το σχέδιο «Ηρακλής». Ενόψει τη πίεσης για την πρόοδο αυτών τιτλοποιήσεων, το υπουργείο Οικονομικών τότε είχε προβλέψει στη νομοθετική του ρύθμιση εξαιρετικά ελαστικούς κανόνες για τους servicers, ώστε αυτοί να αμείβονται ακόμη και δεν μένουν απελπιστικά πίσω στις ανακτήσεις, με κίνδυνο κατάπτωσης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, κάτι που θα μετέφερε το κόστος στον κρατικό προϋπολογισμό.

Το πλαίσιο για την ανάκτηση δανείων αρχικά ήταν πολύ αυστηρό για τις εταιρείες διαχείρισης και προέβλεπε ότι σε ένα χρόνο από την ενεργοποίηση των εγγυήσεων θα έπρεπε να ελεγχθεί αν επιτυγχάνουν τα προκαθορισμένα αποτελέσματα στις ανακτήσεις, με ανοικτό ενδεχόμενο παρακράτησης ενός μέρους της αμοιβής τους, εάν δεν επιτύγχαναν τους στόχους.

Αυτό το διάστημα ήδη είχε παραταθεί τότε στους 24 μήνες, ενώ με τις αλλαγές του Ιουλίου 2021, παρατάθηκε για άλλους έξι μήνες, δηλαδή συνολικά στα δυόμισι χρόνια.

Ωστόσο, πέραν των παρατάσεων αυτών, με τον νόμο του καλοκαιριού 2021 άνοιξε ένα παράθυρο να μην επιβάλλονται κυρώσεις στους διαχειριστές, δηλαδή να μην αποβάλλονται από τις τιτλοποιήσεις και να εξακολουθούν να λαμβάνουν τις αμοιβές τους, όσο και αν αποτύγχαναν στους εισπρακτικούς στόχους. Ορίσθηκε ότι θα αποβάλλονται από την τιτλοποίηση και θα χάνουν την αμοιβή μόνο όταν η αποτυχία οφείλεται σε δικό τους σφάλμα.

Η σχετική ρύθμιση ανέφερε ότι:

  • «Ο διαχειριστής μπορεί να αντικαθίσταται σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του ελληνικού Δημοσίου, υπό την προϋπόθεση ότι για δύο διαδοχικές περιόδους εκτοκισμού οι συνολικές πραγματοποιηθείσες καθαρές εισπράξεις από την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού αυτών, όπως ορίζεται στο επιχειρηματικό σχέδιο το οποίο ελήφθη υπόψη από τον ΕΟΠΑ (σ.σ.: δηλαδή τον οίκο αξιολόγησης) για την πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, υπολείπονται, κατά ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%), του συνολικού προϋπολογισθέντος ποσού καθαρών εισπράξεων των αντίστοιχων περιόδων, με βάση το προαναφερόμενο επιχειρηματικό σχέδιο. Ο διαχειριστής μπορεί να αντικαθίσταται κατά τους όρους του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον η κατάπτωση της εγγύησης ή η υστέρηση των καθαρών εισπράξεων οφείλεται σε δικό του πταίσμα».

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο προβληματίζει την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως φαίνεται από τις δηλώσεις Στουρνάρα, καθώς δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι διαχειριστές μπορούν να αποτυγχάνουν χωρίς κόστος. Όμως, τέτοιες αποτυχίες σημαίνουν κόστος για τους φορολογούμενους, που θα επιβαρυνθούν από τις καταπτώσεις εγγυήσεων, αλλά και ευρύτερα για την οικονομία, καθώς τα κόκκινα δάνεια που λιμνάζουν αποτελούν «βαρίδι» σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά και «φρενάρουν» την ανάπτυξη.

Διαβαστε επισης