Οικονομία

Στη χοάνη του χρέους - αντί επενδύσεων - τα κέρδη από ομόλογα


Γιατί οι Ευρωπαίοι δεν συναινούν στα σχέδια της κυβέρνησης

Στη... χοάνη του δημοσίου χρέους χάθηκαν ήδη τα 767 εκατ. ευρώ που επέστρεψαν οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στην Ελλάδα, με βάση την τελευταία απόφαση του Eurogroup. Η κυβέρνηση έχει τώρα μπροστά της μια δύσκολη αποστολή: Να πείσει τους Ευρωπαίους να επιτρέψουν την αξιοποίηση των επόμενων δόσεων από τις επιστροφές κερδών για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και όχι για τη μείωση του χρέους.

Η προσδοκία της Αθήνας ότι θα μπορέσει να αξιοποιήσει για την τόνωση της ανάπτυξης και όχι για τη μείωση του χρέους τα κέρδη που πέτυχαν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες από τα ελληνικά ομόλογα και θα επιστρέφονται σταδιακά στην Ελλάδα δεν είναι νέα. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επέμεινε, στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της απόφασης του Ιουνίου 2018 για την έξοδο της χώρας από το μνημόνιο να ανοίξει αυτό το «παράθυρο».

Πράγματι, στην απόφαση του Ιουνίου 2018, δίνεται η δυνατότητα, αλλά με πολύ «στριφνούς» όρους, να αλλάξουν κατεύθυνση οι επιστροφές κερδών και να κατευθυνθούν σε επενδύσεις. Για να γίνει αυτό, όμως, το Eurogroup έθεσε τον όρο ότι θα πρέπει πρώτα η Ελλάδα να υποβάλει προς έγκριση από το συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών τις επενδύσεις που θέλει να χρηματοδοτήσει με τις επιστροφές κερδών και μόνο αν αυτές εγκριθούν να «εκτρέψει» τα κονδύλια από τις κεντρικές τράπεζες σε χρηματοδότηση επενδύσεων.

 Οι δύο προϋποθέσεις

Στο Eurogroup του Δεκεμβρίου, δεν συζητήθηκε καν το αίτημα για τα 767 εκατ. ευρώ της τελευταίας επιστροφής. Για τις επόμενες συμφωνήθηκε ότι θα γίνει συζήτηση σε τεχνικό επίπεδο, στις αρχές του 2020.

Δηλαδή, η κυβέρνηση καλείται να παρουσιάσει επενδυτικά σχέδια που να συνδυάζουν δύο βασικά στοιχεία:

  1. Να είναι αρκετά ώριμα για να λάβουν μέσα στο 2020 χρηματοδότηση από τα κονδύλια της επιστροφής κερδών από τις κεντρικές τράπεζες
  2. Να μην έχουν ήδη περιληφθεί στον προϋπολογισμό του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Σε κάθε περίπτωση, το Eurogroup δεν φαίνεται ότι δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να ανοίξει δημοσιονομικό χώρο, ώστε να μειωθεί έμμεσα ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα: Ακόμη και αν γίνει δεκτή η χρηματοδότηση κάποιων επενδύσεων, αυτό δεν θα επηρεάσει την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ώστε να επηρεασθεί και το δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

 Τα ΠΔΕ που μένουν στα χαρτιά

Ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, στην προσπάθεια να «ξεκλειδώσει» τα κονδύλια των κεντρικών τραπεζών για επενδυτικούς σκοπούς, είναι ότι μονίμως, εδώ και χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις αδυνατούν να εκτελέσουν το ΠΔΕ, απορροφώντας πλήρως τα κονδύλια που οι ίδιες εγγράφουν.

Η Κομισιόν έχει τονίσει στην τελευταία έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας ότι ένα από τα μόνιμα προβλήματα της Ελλάδας είναι η αδυναμία πλήρους εκτέλεσης του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων. Φέτος, με βάση τα στοιχεία 11μήνου, η υποεκτέλεση του ΠΔΕ ξεπερνούσε τα 800 εκατ. ευρώ και τις τελευταίες ημέρες του έτους γίνεται το γνωστό... σπριντ για να αυξηθούν όσο το δυνατόν οι πληρωμές και να μειωθεί η υποεκτέλεση.

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική πλευρά είναι δύσκολο να ξεπεράσει το βασικό ερώτημα που θέτουν οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες: «γιατί χρειάζονται πρόσθετα κονδύλια για επενδύσεις, όταν δεν μπορούν να απορροφηθούν αυτά που ήδη εγγράφονται στον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων»;

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με πληροφορίες, κάνει μεγάλη προσπάθεια να συγκεντρώσει έργα που θα έχουν τις προϋποθέσεις για την ένταξη σε μια λίστα για χρηματοδότηση από τα ποσά που θα επιστρέψουν οι κεντρικές τράπεζες, εξετάζοντας ακόμη και τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων που βρίσκονται σε αρχικά στάδια προώθησης, όπως ο Βόρειος Οδικός Άξονας της Κρήτης.

Αβεβαιότητα για την απορρόφηση

Το μεγάλο πρόβλημα με όσα έργα εξετάζονται είναι η αβεβαιότητα αν θα προχωρήσουν με τους ρυθμούς που απαιτούνται, ώστε να «αντικρίζονται» χρηματοδοτικά με τα κεφάλαια που θα επιστρέφουν οι κεντρικές τράπεζες. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος των καθυστερήσεων στην απορρόφηση, που θα σήμαινε ότι τα κονδύλια των κεντρικών τραπεζών θα έπρεπε και πάλι να κατευθυνθούν στην ελάφρυνση του χρέους, αφήνοντας την κυβέρνηση εκτεθειμένη σε επικρίσεις για αναποτελεσματικότητα και μειώνοντας την αξιοπιστία της έναντι του Eurogroup.

Με αυτά τα δεδομένα, οι φιλοδοξίες για χρήση των κεφαλαίων από τις κεντρικές τράπεζες για επενδύσεις, όπως και οι ελπίδες ότι με αυτά τα ποσά θα μειωνόταν έμμεσα ο στόχος για το πλεόνασμα, δεν φαίνεται ότι θα δικαιωθούν.

Παράγοντες της Κομισιόν στις Βρυξέλλες, επισημαίνουν ότι ίσως είναι σκόπιμο για την κυβέρνηση να σταματήσει να αναλώνει πολιτικό κεφάλαιο σε αυτές τις συζητήσεις και να στραφεί περισσότερο στη διαπραγμάτευση για τη μείωση του στόχου για το πλεόνασμα από το 2021.

Διαβάστε επίσης