Τράπεζες

Στα ύψη τα κέρδη της Εθνικής αφού «ξεφορτώθηκε» το Titlos


Στα 131 εκατ. ευρώ τα καθαρά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου με συμβολή από τη συμφωνία με το Δημόσιο.

Μια συμφωνία με το Ελληνικό Δημόσιο έσωσε την κερδοφορία της Εθνικής κατά το α’ τρίμηνο του έτους. Χωρίς την αντικατάσταση του swap επιτοκίων (Titlos) με ομόλογα του Δημοσίου, η τράπεζα θα εμφάνιζε ζημιές το α’ τρίμηνο, αλλά με την επίδραση αυτής της συναλλαγής πέτυχε κέρδη ύψους 131 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα, όπως ανακοινώθηκε από την τράπεζα, τα ενοποιημένα κέρδη μετά τους φόρους από συνεχιζόμενες δραστηριότητες ανήλθαν σε 131 εκατ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται το κόστος Εθελουσίας Εξόδου Προσωπικού και τα μη επαναλαμβανόμενα έξοδα αναδιάρθρωσης.

Σύμφωνα με την τράπεζα υπήρξε σημαντική αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους,  περιστολή των λειτουργικών δαπανών, καθώς και ανάκαμψη των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξάνονται για πρώτη φορά μετά από πολλά τρίμηνα, ανερχόμενα σε €290 εκατ. το Α’ τρίμηνο του 2019 (+5% σε τριμηνιαία βάση). Η αύξηση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων περιλαμβάνει μέρος της θετικής επίπτωσης από την ακύρωση της Συμφωνίας Ανταλλαγής Επιτοκίων (IRS) έναντι έκδοσης ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) στα μέσα Φεβρουαρίου.

Από τα κέρδη των 131 εκατ. ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος προήλθε από την αντικατάσταση του Titlos με κρατικά ομόλογα. Όπως σημειώνει η Εθνική, μετά την αντικατάσταση της Συμφωνίας Ανταλλαγής Επιτοκίων με ΟΕΔ και εξαιρουμένων των μη επαναλαμβανόμενων κερδών ύψους €59 εκατ. από την εν λόγω συναλλαγή, τα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπά έσοδα διαμορφώθηκαν σε €42 εκατ. έναντι ζημιών ύψους €47 εκατ. το προηγούμενο τρίμηνο

Οι λειτουργικές δαπάνες υποχώρησαν κατά 5% σε ετήσια βάση κατά το Α’ τρίμηνο 2019. Οι δαπάνες προσωπικού μειώθηκαν κατά 5% σε σχέση με το Α’ τρίμηνο 2018, ως αποτέλεσμα της επιτυχούς ολοκλήρωσης του πρόσφατου Προγράμματος Εθελουσίας Εξόδου Προσωπικού την 31η Μαρτίου. Τα λειτουργικά έξοδα σημείωσαν επίσης πτώση  (-13% σε ετήσια βάση). Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης Κόστους προς Οργανικά Έσοδα βελτιώθηκε σε 59% από 61% το Α΄ τρίμηνο 2018 και 64% το Δ’ τρίμηνο 2018

Οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις στην Ελλάδα ανήλθαν σε €100 εκατ. το Α΄ τρίμηνο του 2019, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου να διαμορφώνεται σε 139μ.β., επίπεδο ελαφρώς υψηλότερο από το επαναλαμβανόμενο κόστος πιστωτικού κινδύνου 113μ.β. το 2018

Το συνολικό κόστος του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου Προσωπικού για το 2019 ανέρχεται σε €94 εκατ. και έχει επιβαρύνει τα αποτελέσματα του Α’ τριμήνου του 2019

Η μείωση Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ) συνεχίστηκε κατά το Α’ τρίμηνο του 2019 (-€1,1 δισ. σε τριμηνιαία βάση), αντανακλώντας κυρίως την πώληση χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων εξασφαλισμένων δανείων Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων στην Ελλάδα (€0,7 δισ.), καθώς και τον αρνητικό ρυθμό δημιουργίας νέων Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (€0,3 δισ.) και τις λογιστικές διαγραφές πλήρως καλυμμένων από προβλέψεις δανείων (€0,1δισ.).

Στην Ελλάδα, ο δείκτης ΜΕΑ και το ποσοστό κάλυψης ΜΕΑ από σωρευμένες προβλέψεις διαμορφώθηκαν σε 39% και 58%, αντίστοιχα, παρέχοντας στην ΕΤΕ την ευελιξία να προχωρήσει γρήγορα στη σχεδιαζόμενη μείωση ΜΕΑ.

Το πλεονέκτημα ρευστότητας της ΕΤΕ, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης, τοποθετεί την Τράπεζα σε προνομιακή θέση ενόψει της ισχυρής ζήτησης χορηγήσεων σε επιχειρήσεις, αναφέρεται στην ανακοίνωση:

Καταθέσεις ύψους €41,2 δισ. στην Ελλάδα το Α’ τρίμηνο του 2019, αυξημένες κατά 7% σε ετήσια βάση,

Η μείωση της χρηματοδότησης στη διατραπεζική αγορά κατά €2,2 δισ. από την αρχή του έτους αντανακλά περεταίρω βελτιστοποίηση του κόστους χρηματοδότησης, με τους δείκτες Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio - LCR) και Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) να διατηρούνται σε 151% και 113%, αντίστοιχα,

Η χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα παραμένει σε μόλις €2,3 δισ. και αφορά αποκλειστικά στο Πρόγραμμα Στοχευμένων Συναλλαγών Μακροχρόνιας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ (TLTRO).

Ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 διαμορφώνεται στο 15,7%, ενσωματώνοντας την αρνητική επίπτωση από την απομείωση της αξίας των θυγατρικών της ΕΤΕ στη Ρουμανία, Κύπρο και Αίγυπτο.

Η ολοκλήρωση της πώλησης των εν λόγω θυγατρικών θα ενισχύσει τα κεφάλαια της Τράπεζας μέσω της μείωσης των Σταθμισμένων Στοιχείων Ενεργητικού, η οποία δεν έχει ενσωματωθεί στον υπολογισμό των τρεχουσών κεφαλαιακών δεικτών.

Λαμβάνοντας υπόψη τα κέρδη μετά από φόρους του Α’ τριμήνου του 2019 και με πλήρη επίπτωση από την εφαρμογή του ΔΠΧΠ 9, ο δείκτης CET1 διαμορφώνεται σε 12,8%. Η σχεδιαζόμενη πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής αναμένεται να ενισχύσει τους κεφαλαιακούς δείκτες περαιτέρω.

Ετικέτες ΕΤΕ