Πολιτική

Πως από το δράμα του 2017 φτάσαμε στην ακύρωση της περικοπής των συντάξεων


Αναμφίβολα η ψήφιση τον Μάϊο του 2017  της περικοπής συντάξεων, ήταν μια από τις πιο δραματικές στιγμές της κυβέρνησης στην τρέχουσα θητεία της, παρά τα ψηφισθέντα ταυτόχρονα αντίμετρα, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να αμβλύνουν τις αρνητικές εντυπώσεις. Όλα επισκιάζονταν από την επερχόμενη νέα μείωση των συντάξεων, από την 1η Ιανουαρίου του 2019. Πάνω από 1.400.000 συνταξιούχοι θα έβλεπαν τις ήδη κουτσουρεμένες συντάξεις τους να περικόπτονται έως και κατά 18%, λόγω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, που προέκυπτε από τον επανυπολογισμό τους με τον ν. Κατρούγκαλου.   

Επρόκειτο για μια δυσμενέστατη εξέλιξη, την οποία επέβαλε εκβιαστικά το ΔΝΤ, για να κλείσει η κρίσιμη β΄αξιολόγηση, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα ήταν ανέφικτο να πετύχει τον δημοσιονομικό στόχο, για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2019, δίχως νέα μέτρα λιτότητας. Ήταν ένα αρνητικό μέτρο, το οποίο πέραν του οικονομικού του αποτελέσματος, θα είχε σοβαρότατες πολιτικές επιπτώσεις σε βάρος της κυβέρνησης, λειτουργώντας  όπως οι σταγόνες, που θα ξεχείλιζαν το ποτήρι της δυσαρέσκειας από τα μνημονιακά μέτρα λιτότητας. 

Γι αυτό και οι περισσότεροι εκτιμούσαν τότε ότι ο βίος της κυβέρνησης είχε απώτατο όριο το φθινόπωρο του 2018, αφού εκλογές μετά τον Ιανουάριο του 2019, με προσφάτως ψαλιδισμένες συντάξεις θα ήταν καταστροφικές για τον ΣΥΡΙΖΑ. Βεβαίως, ουδείς πολιτικός παράγοντας  μιλούσε ανοιχτά για ακύρωση του ψηφισμένου μέτρου, καθώς  και να το είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του, δεν τολμούσε να το εκφράσει.  

Οι πρώτες αχτίδες αισιοδοξίας φάνηκαν στα τέλη του 2017, οπότε προέκυψε η υπερκάλυψη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75%. Όπως ανακοίνωσε η Eurostat τον Απρίλιο του 2018,  το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας για το 2017 ήταν 4%, υπερδιπλάσιο του στόχου. Το θετικό αποτέλεσμα έδωσε κάποιες ελπίδες, που όμως περιορίζονταν σε κινήσεις ελάφρυνσης των περικοπών, καθώς ήταν σε εξέλιξη και οι αξιολογήσεις από τους δανειστές και προείχε η υπέρβαση άλλων εμποδίων.  

Η ανακοίνωση πρωτογενούς πλεονάσματος 617 εκατ. ευρώ, το εξάμηνο Ιανουαρίου - Ιουνίου 2018, έναντι στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 465 εκατ. ευρώ, ενίσχυσε τις ελπίδες για κάτι καλύτερο. Ωστόσο έως τα τέλη του περασμένου Αυγούστου, η έκφρασή τους στο δημόσιο διάλογο ήταν χαμηλών τόνων, αφού η χώρα βρισκόταν  σε μνημονιακό πρόγραμμα.

Η λήξη του τρίτου μνημονίου και η επιβεβαίωση ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018 υπερκαλύπτεται (υπολογίζεται άνω του 4%), ήταν τα ισχυρά  όπλα στα χέρια της κυβέρνησης, που από τον Σεπτέμβριο άρχισε να θέτει μετ’ επιτάσεως θέμα ακύρωσης της περικοπής των συντάξεων, ως αχρείαστης

Με το τέλος των μνημονίων αποδυναμώθηκε και η θέση του ΔΝΤ, που παραδέχθηκε, δια του εκπροσώπου του, ότι δεν μπορεί να επιβάλλει πλέον πολιτικές στην Ελλάδα. 

Αλλά και τα τελευταία μέτρα της 18μηνης σκληρής διαδρομής δεν ήταν εύκολα. Ενώ οι περισσότεροι από τους Ευρωπαίους έτειναν ευήκοα ώτα στο τεκμηριωμένο αίτημα της ελληνικής πλευράς, υπήρχαν και κάποιοι – κυρίως Γερμανοί – που απαντούσαν με το γνωστό  Pacta sunt servanda (οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται). Όπως υπήρχαν και στην Ελλάδα παράγοντες (πχ Γ. Στουρνάρας) που μέχρι τέλους υποστήριζαν την κατά γράμμα εφαρμογή των συμφωνιών, δηλαδή της μείωσης των συντάξεων.

Ωστόσο και τα τελευταία εμπόδια ξεπεράστηκαν και φτάσαμε μετά το χθεσινό τυπικό  «πράσινο φως» από το Eurogroup, στη σημερινή κατάθεση στη Βουλή του νομοσχέδιου του Υπουργείου Εργασίας  για την κατάργηση της περικοπής των συντάξεων με τον τίτλο «κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις».


Γιάννης Δήμου 
 

Διαβάστε επίσης