Η Τζόρτζια Μελόνι ετοιμάζεται να γίνει η μακροβιότερη πρωθυπουργός της μεταπολεμικής Ιταλίας, έχοντας μετατρέψει ένα κόμμα με μεταφασιστικές ρίζες σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Η σταθερότητα, ο πραγματισμός και η δημοσιονομική πειθαρχία ενίσχυσαν τη θέση της, χωρίς όμως να έχουν εξαφανίσει τα ερωτήματα για τη σχέση της με το φασιστικό παρελθόν.
Η Τζόρτζια Μελόνι βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από ένα ιστορικό ρεκόρ: στις 4 Σεπτεμβρίου αναμένεται να γίνει η μακροβιότερη συνεχώς υπηρετούσα πρωθυπουργός στην ιστορία της Ιταλικής Δημοκρατίας. Με σχεδόν τέσσερα χρόνια στην εξουσία, έχει ήδη παραμείνει στο αξίωμα περίπου τέσσερις φορές περισσότερο από τον μεταπολεμικό μέσο όρο. Η πολιτική διαδρομή που την έφερε έως εδώ είναι, ωστόσο, πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα της σταθερής συντηρητικής ηγέτιδας που έχει επικρατήσει σήμερα.
Η ίδια αποδίδει την επιτυχία της σε έναν απλό κανόνα: να μη λέει ποτέ κάτι που δεν πιστεύει. «Αυτό που με έφερε εδώ ήταν το θάρρος να σταθώ στη δύσκολη πλευρά της Ιστορίας», είπε σε συνεντευξή της που δημοσιεύθηκε στους New York Times, περιγράφοντας την επιλογή της να κινηθεί κόντρα στο πολιτικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα υπήρξε βαθύτερο από την προσωπική της άνοδο. Η λεγόμενη «μελονικοποίηση» περιγράφει πλέον τη διαδικασία μέσω της οποίας ένα κόμμα με μεταφασιστικές ρίζες απομακρύνεται από την εικόνα του αυταρχισμού και γίνεται αποδεκτό στο πολιτικό κέντρο μέσω ενός πραγματιστικού συντηρητισμού - ή τουλάχιστον μέσω της εικόνας ενός τέτοιου συντηρητισμού.
Το φαινόμενο έχει ιδιαότερη σημασία για την Ευρώπη. Η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) βρίσκονται σε ισχυρή θέση, ενώ η Μελόνι έχει αποδείξει ότι η Ακροδεξιά μπορεί να ενσωματωθεί στη θεσμική πολιτική, χωρίς να προκαλέσει την πολιτική απομόνωση που άλλοτε θεωρούνταν σχεδόν αναπόφευκτη. Η Ιταλία, αντί να διολισθήσει σε αστάθεια, εμφανίζει μεγαλύτερη κυβερνητική συνέχεια από τη Γαλλία και τη Βρετανία. Αν ο Εμανουέλ Μακρόν αποχωρήσει από την προεδρία της Γαλλίας το 2027, η Μελόνι μπορεί να εξελιχθεί στην παλαιότερη πολιτικά ηγέτιδα της Ευρώπης.
Αυτό ακριβώς όμως καθιστά πιο κρίσιμο το ερώτημα: έχει πράγματι γίνει δημοκρατική μετριοπαθής ή απλώς έμαθε να ασκεί την εξουσία με διαφορετικό τρόπο;
Από το ΜSI στην πρωθυπουργία
Η πολιτική της διαδρομή ξεκίνησε στα 15 της, στη Γκαρμπατέλα της Ρώμης, μια περιοχή παραδοσιακά αριστερή. Η δολοφονία των δικαστικών Τζοβάνι Φαλκόνε και Πάολο Μπορσελίνο από τη Μαφία το 1992 την συγκλόνισε και την οδήγησε στο Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI), το κόμμα που είχε ιδρυθεί το 1946 από πρώην στελέχη του φασιστικού κόμματος του Μπενίτο Μουσολίνι. Η Μελόνι δεν εγκατέλειψε ποτέ την πεποίθηση ότι τα όρια που της έθεταν οι άλλοι, ήταν λόγος για ακόμη μεγαλύτερη επιμονή.
Το κόμμα της, οι Αδελφοί της Ιταλίας, παρέμενε για χρόνια στο περιθώριο, με ποσοστό γύρω στο 3% επί επτά χρόνια. Η ίδια όμως κατέγραψε διαδοχικά πολιτικά ρεκόρ: εξελέγη βουλευτής μόλις 29 ετών, έγινε η νεότερη αντιπρόεδρος της Βουλής και το 2008, στα 31 της, η νεότερη υπουργός στην ιστορία της χώρας. Το 2022 έφτασε στην πρωθυπουργία. Δεν ήταν η πρώτη που άνοιξε την πόρτα της εξουσίας στη μεταφασιστική Δεξιά — αυτό είχε κάνει ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι από τη δεκαετία του 1990 — αλλά ήταν η πολιτικός που κατάφερε να περάσει από αυτήν και να καταστήσει το κόμμα της κυρίαρχο.
Η σχέση της με το φασιστικό παρελθόν παραμένει αμφίσημη. Η Μελόνι έχει καταδικάσει τον φασισμό και έχει χαρακτηρίσει τους φυλετικούς νόμους του 1938 τη χειρότερη στιγμή της ιταλικής ιστορίας. Δεν έχει όμως υιοθετήσει την πολιτική ταυτότητα του «αντιφασισμού», θεωρώντας την συνδεδεμένη με τις αριστερές οργανώσεις της νεότητας που, κατά τη δική της αντίληψη, δικαιολογούσαν τη βία εναντίον φασιστών. Παράλληλα, αποφεύγει να αποκηρύξει πλήρως τα σύμβολα και την πολιτική κληρονομιά του MSI. Το κόμμα της εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη φλόγα στο έμβλημά του, αν και η ίδια επιμένει ότι συμβολίζει τη διαδρομή της παράταξης από το 1946 έως σήμερα και όχι τον Μουσολίνι.
Η αμφισημία αυτή έγινε δυνατή και επειδή η Ιταλία ουδέποτε έκανε έναν πλήρη μεταπολεμικό λογαριασμό με τον φασισμό. Δεν υπήρξε μια ιταλική εκδοχή της Νυρεμβέργης, ενώ η μεταπολεμική πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά διατήρησε ανοιχτές τις πληγές. Η Μελόνι αξιοποίησε αυτή την ιστορική εκκρεμότητα, παρουσιάζοντας το φασιστικό παρελθόν ως μια «ιδιαίτερα σύνθετη» περίοδο και μετατοπίζοντας τη συζήτηση στη σταθερότητα, την εθνική υπερηφάνεια και την αποτελεσματικότητα του κράτους.
Ο πραγματισμός που άλλαξε την εικόνα της
Η πιο εντυπωσιακή μεταμόρφωση αφορά την ίδια την άσκηση της εξουσίας. Η Μελόνι, που το 2014 υποστήριζε την έξοδο από το ευρώ, προσαρμόστηκε στις οικονομικές ανάγκες της χώρας. Γνώριζε ότι η Ιταλία χρειαζόταν τα ευρωπαϊκά κονδύλια, μεταξύ άλλων περίπου 221 δισ. δολάρια από το Ταμείο Ανάκαμψης και υιοθέτησε δημοσιονομική πολιτική που έφερε το έλλειμμα από περίπου 7% κοντά στο όριο του 3% της Ε.Ε. Παράλληλα, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ιταλίας αναβαθμίστηκε για πρώτη φορά έπειτα από 23 χρόνια. Στην εξωτερική πολιτική, στήριξε την Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία και διατήρησε την Ιταλία στον πυρήνα του ΝΑΤΟ.
Η οικονομική εικόνα, πάντως, απέχει από έναν θρίαμβο. Η ανάπτυξη παραμένει ασθενής, περίπου 0,5%, οι πραγματικοί μισθοί έχουν υποχωρήσει κατά 8%, η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος και σημαντικές ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα υγείας. Περίπου 1,2 εκατομμύρια νέοι παραμένουν εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ενώ πολλοί εγκαταλείπουν τη χώρα. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται βελτιώσεις σε απασχόληση, πληθωρισμό, παράνομες αφίξεις μεταναστών, δαπάνες υγείας και δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά η κριτική της αντιπολίτευσης είναι ότι η «σταθερότητα» δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική οικονομική αναγέννηση.
Η μετατόπιση είναι εμφανής και στο μεταναστευτικό. Η Μελόνι έχει υιοθετήσει σκληρή ρητορική και πρωτοβουλίες, που έχουν καταστήσει την Ιταλία σημείο αναφοράς για τη δεξιά στροφή της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, ενέκρινε περίπου 450.000 άδειες εισόδου για εργαζόμενους που χρειάζονται οι ιταλικές επιχειρήσεις και η γηραιότερη κοινωνία της Ευρώπης, ενώ προώθησε επενδύσεις στην Αφρική με στόχο να περιοριστούν τα κίνητρα μετανάστευσης. Το σχέδιο μεταφοράς αιτούντων άσυλο στην Αλβανία αντιμετώπισε νομικά προβλήματα και υψηλό κόστος, όμως η ευρωπαϊκή απόφαση για «κόμβους επιστροφής» σε ασφαλείς τρίτες χώρες επέτρεψε στη Μελόνι να παρουσιάσει την πρωτοβουλία ως πρόδρομο μιας νέας ευρωπαϊκής πολιτικής.
Από τον Τραμπ στην «εθνική υπερηφάνεια»
Η σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ ανέδειξε τα όρια του πολιτικού πραγματισμού της. Η Μελόνι θεωρούσε ότι οι κοινές θέσεις τους για τη μετανάστευση και την πολιτισμική ατζέντα θα διευκόλυναν τη συνεργασία. Σύντομα όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με τις επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου κατά της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και ακόμη και του Πάπα Λέοντα. Όταν η ίδια χαρακτήρισε «απαράδεκτη» την επίθεση στον Πάπα, ο Τραμπ απάντησε χαρακτηρίζοντάς την «απαράδεκτη». Αργότερα, όταν διέρρευσε ότι είχε δήθεν «παρακαλέσει» τον Τραμπ για κοινή φωτογραφία στη σύνοδο της G7, αντέδρασε έντονα: «Η Ιταλία και εγώ δεν παρακαλάμε ποτέ».
Πίσω από τη σύγκρουση βρίσκεται η βασική φιλοδοξία της Μελόνι: να πάψει η Ιταλία να θεωρείται η μικρότερη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και να αποκτήσει μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος. Δεν θέλει, όπως λέει, μια «υποταγμένη Ιταλία», αλλά μια χώρα που θα κάθεται στο τραπέζι όπου καθορίζονται οι ευρωπαϊκές και διεθνείς κατευθύνσεις. Η «επανάσταση της υπερηφάνειας» που επικαλείται δεν είναι μόνο ρητορική. Αποτυπώνεται ακόμη και στη γλώσσα της: μιλά σχεδόν πάντα για «έθνος» και όχι για «Δημοκρατία» ή «χώρα», ενισχύοντας την αντίληψη μιας κοινότητας ιστορίας, αίματος και πολιτισμού.
Στην εσωτερική πολιτική, η Μελόνι έχει συγκεντρώσει γύρω της έναν στενό κύκλο εμπιστοσύνης, στον οποίο περιλαμβάνονται η αδελφή της Αριάννα και παλιοί συνοδοιπόροι από τα χρόνια της Ακροδεξιάς. Οι επικριτές της βλέπουν έναν κλειστό τρόπο διακυβέρνησης και μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στους άλλους. Η ίδια, όμως, θεωρεί τη σταθερότητα προϋπόθεση για την αλλαγή. Η προσπάθειά της να περιορίσει την επιρροή των δικαστών μέσω συνταγματικής μεταρρύθμισης ηττήθηκε συντριπτικά στο δημοψήφισμα του 2026, γεγονός που έδειξε ότι η αποδοχή της Μελόνι δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή για την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.
Η πολιτική της επιτυχία, πάντως, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη βαθιά αλλαγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στην Πιομπίνο, άλλοτε προπύργιο της Αριστεράς και των συνδικάτων, η αποβιομηχάνιση και η απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας μετέφεραν μεγάλο μέρος της εργατικής βάσης προς τα δεξιά. Η απογοήτευση από την παλιά πολιτική τάξη, η παγκοσμιοποίηση, η μετανάστευση και η αίσθηση ότι οι ελίτ των μεγάλων πόλεων δεν αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα της περιφέρειας, δημιούργησαν το έδαφος πάνω στο οποίο η Μελόνι μπόρεσε να χτίσει την άνοδό της.
Η Μελόνι έχει ήδη αλλάξει την Ιταλική Δεξιά. Το ερώτημα τώρα είναι προς ποια κατεύθυνση θα αλλάξει την Ευρώπη. Η ίδια επιμένει ότι θέλει μια ισχυρή Δύση, μια σταθερή Ιταλία και μια Ευρώπη με μικρότερο βάρος στις Βρυξέλλες.
Οι επικριτές της φοβούνται ότι η σταθερότητα μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για βαθύτερες συνταγματικές αλλαγές και ισχυρότερη εκτελεστική εξουσία. Το φασιστικό παρελθόν δεν επιστρέφει με την ίδια μορφή, αλλά ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επανέρχονται, σε ένα περιβάλλον όπου ο Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν επίσης επιδιώκουν να αποδυναμώσουν την ευρωπαϊκή τάξη.
Η Μελόνι βρίσκεται πλέον στο κέντρο αυτής της μεταβολής. Το επόμενο κεφάλαιο της πολιτικής της διαδρομής θα δείξει, αν η «μελονικοποίηση» είναι απλώς η προσαρμογή της Ακροδεξιάς στη δημοκρατική εξουσία ή η αρχή μιας ευρύτερης αναμόρφωσης της ίδιας της Ευρώπης.