Πολιτική

Στο Μεταναστευτικό, η Ευρώπη μιλά πλέον τη γλώσσα της Ακροδεξιάς


Η κρίση στη Θέουτα δείχνει πώς η πολιτική μετακινήθηκε από την υποδοχή του 2015 στη σκληρή αποτροπή

Η μαζική είσοδος μεταναστών στη Θέουτα επανέφερε μνήμες από την προσφυγική κρίση του 2015, αλλά κατέστησε ορατή και μία μεγάλη πολιτική μεταβολή: η Ακροδεξιά, άλλοτε περιθωριακή, έχει πλέον επηρεάσει καθοριστικά τη γλώσσα και τις πολιτικές της ευρωπαϊκής πολιτικής, μετατρέποντας τον αυστηρό έλεγχο των συνόρων σε κυρίαρχη προτεραιότητα.

Η αιφνίδια είσοδος δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στη Θέουτα, την ισπανική επικράτεια στη Βόρεια Αφρική, προκάλεσε εικόνες που θύμισαν την κρίση του 2015, όταν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες, κυρίως από τη Μέση Ανατολή, έφτασαν στις ακτές της Ελλάδας και της Ιταλίας. Η νέα κρίση δεν έχει το ίδιο μέγεθος, αλλά ανέδειξε πόσο έντονα εξακολουθούν να επηρεάζουν την ευρωπαϊκή πολιτική οι εικόνες απώλειας ελέγχου στα σύνορα.

Η βασική διαφορά σε σχέση με πριν από 11 χρόνια είναι ότι τα ακροδεξιά κόμματα, τα οποία το 2015 βρίσκονταν σε μεγάλο βαθμό στο πολιτικό περιθώριο, σήμερα συμμετέχουν σε κυβερνήσεις ή διαθέτουν σοβαρές πιθανότητες να αναλάβουν την εξουσία. Η επιρροή τους δεν περιορίζεται πλέον στις δικές τους προτάσεις, καθώς έχει μεταβάλει συνολικά το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης για τη μετανάστευση.

Κεντρώοι ηγέτες, επιδιώκοντας να αποτρέψουν την πολιτική ενίσχυση των αντισυστημικών και αντιμεταναστευτικών δυνάμεων, υιοθετούν όλο και αυστηρότερη ρητορική και πολιτικές. Η προσέγγιση της υποδοχής και της αλληλεγγύης, που κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης το 2015, έχει αντικατασταθεί από την έμφαση στην αποτροπή, στην προστασία των συνόρων και στη γρήγορη επιστροφή όσων εισέρχονται παράτυπα.

Η αντίδραση στη Θέουτα έδειξε ότι η σκληρή γραμμή δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Ακροδεξιάς. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία έχει εφαρμόσει μία από τις αυστηρότερες πολιτικές ασύλου στην Ευρώπη, πρότεινε ακόμη και την εξέταση της προσωρινής αποβολής της Ισπανίας από τον χώρο Σένγκεν, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα όσων εισήλθαν στη Θέουτα επέστρεψε στο Μαρόκο μέσα σε λίγες ώρες.

Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, παρουσίασε την κρίση ως απόδειξη ότι η ανεξέλεγκτη παράτυπη μετανάστευση αποτελεί άμεση απειλή. Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, ζήτησε από το Μαρόκο να δεχθεί άμεσα την επιστροφή των μεταναστών που εισήλθαν παράτυπα.

Οι τοποθετήσεις αυτές απέχουν σημαντικά από τη στάση της Άνγκελα Μέρκελ το 2015, όταν η τότε καγκελάριος της Γερμανίας είχε υιοθετήσει τη φράση «μπορούμε να τα καταφέρουμε» απέναντι στο μεγάλο κύμα προσφύγων από τη Συρία. Πολλοί από εκείνους τους πρόσφυγες έχουν πλέον αποκτήσει ευρωπαϊκή υπηκοότητα και έχουν ενταχθεί στις κοινωνίες των χωρών υποδοχής.

Η αυστηροποίηση των πολιτικών είναι ευρύτερη. Η Σουηδία, που επί χρόνια θεωρούνταν μία από τις πιο ανοιχτές χώρες της Ευρώπης ως προς το άσυλο και την απόκτηση άδειας παραμονής, έχει υιοθετήσει αυστηρότερους κανόνες. Παράλληλα, πιο επιθετικές πρακτικές ελέγχου στη θάλασσα έχουν περιορίσει σημαντικά τις θαλάσσιες μεταναστευτικές ροές σε σύγκριση με το 2015.

Παρά τη μείωση των αφίξεων, οι εντυπωσιακές εικόνες στα σύνορα εξακολουθούν να έχουν δυσανάλογη πολιτική επίδραση. Μικρές βάρκες που φτάνουν στις βρετανικές ακτές ή ομάδες νέων που σκαρφαλώνουν σε φράχτες για να εισέλθουν σε ευρωπαϊκό έδαφος δημιουργούν την αίσθηση ότι τα κράτη έχουν χάσει τον έλεγχο, ακόμη και όταν τα συνολικά στοιχεία δείχνουν διαφορετική εικόνα.

Η πολιτική αυτή δυναμική εξηγεί γιατί τα αντιμεταναστευτικά κόμματα συνεχίζουν να ενισχύονται, ακόμη και σε χώρες όπου η μετανάστευση έχει μειωθεί. Στη Βρετανία, οι διελεύσεις της Μάγχης με μικρές βάρκες υποχώρησαν σημαντικά και η συμφωνία «ένας μέσα, ένας έξω» με τη Γαλλία επιτρέπει την επιστροφή ορισμένων μεταναστών. Παρ’ όλα αυτά, το Reform U.K. παρέμεινε επί μεγάλο διάστημα στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων.

Η πολιτική δύναμη των εικόνων

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η καθαρή μετανάστευση —δηλαδή η διαφορά μεταξύ αφίξεων και αναχωρήσεων— μειώθηκε το 2025 στη Βρετανία, τη Γερμανία και την Ισπανία σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Αντίθετα, αυξήθηκε μετρίως στη Γαλλία και την Ιταλία. Ωστόσο, τα στατιστικά δεδομένα συχνά έχουν μικρότερη πολιτική βαρύτητα από τις εικόνες χάους που κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα.

Η Ισπανία αποτελεί σήμερα μία από τις λίγες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες όπου η κυβέρνηση διατηρεί δημόσια πιο θετική στάση απέναντι στη μετανάστευση. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ επέτρεψε νωρίτερα μέσα στο έτος σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο παράτυπους μετανάστες να υποβάλουν αίτηση για την τακτοποίηση του καθεστώτος τους.

Η πολιτική αυτή αποτέλεσε στόχο έντονης κριτικής μετά την κρίση στη Θέουτα. Ο Σάντσεθ υποστήριξε ότι η δυνατότητα υποδοχής μεταναστών μπορεί να συνυπάρχει με αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων. Επισήμανε ότι την περίοδο 2021-2025 περισσότεροι άνθρωποι εισήλθαν παράτυπα στην ΕΕ μέσω της Ιταλίας, των Δυτικών Βαλκανίων και της Ελλάδας απ’ ό,τι μέσω της Ισπανίας. Τόνισε επίσης ότι η πλειονότητα όσων εισήλθαν στη Θέουτα, είχε επιστρέψει στο Μαρόκο έως το Σάββατο, αποτέλεσμα του συντονισμού με τις μαροκινές αρχές. Παράλληλα, κατήγγειλε την περιορισμένη υποστήριξη που έλαβε η Ισπανία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και υποστήριξε ότι η μεταναστευτική πολιτική της χώρας συνδυάζει τον έλεγχο με την αλληλεγγύη.

Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα

Η κρίση του 2015 άλλαξε σταδιακά το πολιτικό τοπίο της Ευρώπης. Στη Βρετανία, το αντιμεταναστευτικό κλίμα συνέβαλε στην επικράτηση του Brexit το 2016, παρότι η χώρα δεν είχε δεχθεί το μεγαλύτερο μέρος των προσφυγικών ροών. Στη Γερμανία, η Alternative für Deutschland ενίσχυσε σημαντικά την εκλογική της επιρροή το 2017, αξιοποιώντας τους φόβους για ανεξέλεγκτη μετανάστευση και διεκδικεί πλέον την πρώτη της νίκη σε κρατιδιακές εκλογές στην ανατολική Γερμανία.

Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν και ο Εθνικός Συναγερμός αξιοποίησαν το Μεταναστευτικό για να φτάσουν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017. Η νέα κρίση στην Ισπανία προσφέρει στην Ακροδεξιά ένα ακόμη πολιτικό πεδίο, με αιτήματα για αυστηρότερους συνοριακούς ελέγχους και κατηγορίες ότι οι πολιτικές νομιμοποίησης μεταναστών λειτουργούν ως κίνητρο για νέες αφίξεις.

Αντίστοιχα, στη Βρετανία, ο Νάιτζελ Φάρατζ και το Reform U.K. συνδέουν τις εξελίξεις στη Θέουτα με τις μεταναστευτικές ροές προς τη βόρεια Γαλλία και τη Μάγχη. Η επιμονή του κόμματος στο ζήτημα της μετανάστευσης έχει επηρεάσει και τα κεντρώα κόμματα, τα οποία υιοθετούν αυστηρότερη γλώσσα χωρίς να καταφέρνουν πάντοτε να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι έχουν τον πλήρη έλεγχο.

Η αποτυχία του πρώην πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ να αποκομίσει πολιτικό όφελος από τη μείωση των μεταναστευτικών ροών ανέδειξε το πρόβλημα. Παρότι κατά τη διετή θητεία του οι αφίξεις υποχώρησαν και η ρητορική του έγινε πιο αυστηρή, δεν κατάφερε να αλλάξει την αντίληψη ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετώπιζε αποτελεσματικά τις παράτυπες διελεύσεις.

Η κρίση στη Θέουτα δείχνει ότι το Μεταναστευτικό έχει μετατραπεί σε πεδίο όπου η πολιτική αντίληψη συχνά υπερισχύει των στατιστικών. Η Ακροδεξιά δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλει μόνη της τις θέσεις της: η επιρροή της έχει ήδη μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής πολιτικής προς αυστηρότερους ελέγχους, περισσότερες επιστροφές και ισχυρότερη έμφαση στην ασφάλεια των συνόρων.

Α.Ν

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα