Μόλις δύο χρόνια μετά τη σαρωτική εκλογική νίκη που τον έφερε στην Ντάουνινγκ Στριτ, ο Κιρ Στάρμερ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα γνώριμο βρετανικό πολιτικό φαινόμενο: τη συζήτηση περί εσωκομματικής ανατροπής εν ενεργεία πρωθυπουργού. Οι βαριές απώλειες των Εργατικών στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις σε Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία άνοιξαν ένα νέο κύμα αμφισβήτησης στο εσωτερικό του κόμματος, με φωνές που ζητούν ανοιχτά πλέον την αποχώρησή του.
Ο ίδιος ο Στάρμερ απορρίπτει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Σε πρόσφατη συνέντευξή του άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι σκοπεύει να παραμείνει στην εξουσία για έως και μία δεκαετία, επιχειρώντας να δείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει πλήρως την κατάσταση. Ωστόσο, στο παρασκήνιο, η πίεση αυξάνεται.
Η πρώην υπουργός και βουλευτής των Εργατικών Κάθριν Γουέστ κάλεσε δημόσια το υπουργικό συμβούλιο να κινηθεί εναντίον του πρωθυπουργού, προειδοποιώντας ότι, αν δεν υπάρξει οργανωμένη εσωκομματική παρέμβαση, είναι διατεθειμένη να προσπαθήσει η ίδια να πυροδοτήσει διαδικασία αμφισβήτησης της ηγεσίας.
Παρότι οι Εργατικοί ιστορικά δεν ανατρέπουν εύκολα τους αρχηγούς τους -σε αντίθεση με τους Συντηρητικούς, που έχουν μετατρέψει τις εσωτερικές εκκαθαρίσεις σχεδόν σε πολιτική παράδοση- η σημερινή συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα εύφλεκτη. Το τελευταίο αντίστοιχο προηγούμενο ήταν το 2007, όταν ο Τόνι Μπλερ εξαναγκάστηκε τελικά σε αποχώρηση ύστερα από δέκα χρόνια στην εξουσία.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς του Εργατικού Κόμματος, για να προκληθεί εκλογή νέου ηγέτη απαιτείται η στήριξη τουλάχιστον 20% των βουλευτών του κόμματος, δηλαδή 81 βουλευτών. Ο εν ενεργεία ηγέτης συμμετέχει αυτομάτως στην εσωκομματική ψηφοφορία και η τελική απόφαση λαμβάνεται από τη βάση του κόμματος.
Μέχρι στιγμής, η Γουέστ δεν φαίνεται να διαθέτει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη, ούτε θεωρείται σοβαρή υποψήφια πρωθυπουργός. Η κίνησή της εκλαμβάνεται περισσότερο ως προσπάθεια επιτάχυνσης των εξελίξεων: είτε να προκαλέσει ανταρσία μέσα στο υπουργικό συμβούλιο, είτε να αναγκάσει πιο ισχυρά στελέχη να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει δυσαρέσκεια απέναντι στον Στάρμερ, αλλά ποιος θα μπορούσε πραγματικά να τον διαδεχθεί.
Το όνομα που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη πολιτική δυναμική είναι αυτό του Άντι Μπέρναμ, δημάρχου του Μάντσεστερ και ίσως του μοναδικού υψηλόβαθμου στελέχους των Εργατικών που εμφανίζεται δημοσκοπικά πιο δημοφιλές από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο εμπόδιο: ο Μπέρναμ δεν είναι σήμερα βουλευτής και θα πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει έδρα στο Κοινοβούλιο για να μπορέσει να διεκδικήσει την ηγεσία.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους αρκετοί στο κόμμα προτιμούν να καθυστερήσει οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής. Θεωρούν ότι μια μάχη διαδοχής χωρίς τον Μπέρναμ θα άφηνε το κόμμα χωρίς ισχυρό σημείο ανασύνταξης.
Στο μεταξύ, η Άντζελα Ρέινερ, πρώην αναπληρώτρια ηγέτις των Εργατικών, επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο ασκώντας σφοδρή κριτική στην ηγεσία για «τοξική κουλτούρα ευνοιοκρατίας» και προειδοποιώντας ότι το κόμμα βρίσκεται ίσως στην «τελευταία του ευκαιρία». Παράλληλα, χαρακτήρισε λάθος την απόφαση της κομματικής ηγεσίας να εμποδίσει τον Μπέρναμ να διεκδικήσει κοινοβουλευτική έδρα νωρίτερα φέτος, μια παρέμβαση που ερμηνεύθηκε ως έμμεση στήριξη προς εκείνον.
Άλλα ονόματα που ακούγονται είναι ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, ο οποίος θεωρείται ισχυρός επικοινωνιακά και εκφραστής της πιο κεντρώας πτέρυγας, αλλά και οι υπουργοί Ενέργειας, Εσωτερικών, Εξωτερικών και Άμυνας, Εντ Μίλιμπαντ, Σαμπάνα Μαχμούντ, Ιβέτ Κούπερ και Τζον Χίλι αντίστοιχα.
Φυσικά, η ανατροπή ενός πρωθυπουργού ενέχει πάντα και ρίσκο. Η βρετανική πολιτική ιστορία είναι γεμάτη περιπτώσεις ηγετών που επιβίωσαν προσωρινά από εσωκομματικές προκλήσεις, αλλά βγήκαν τελικά αποδυναμωμένοι. Η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε επιβιώσει αρχικά από μια υποτιμημένη εσωτερική αμφισβήτηση το 1989, μόνο και μόνο για να εξαναγκαστεί σε παραίτηση έναν χρόνο αργότερα.
Παράλληλα, πολλοί στους Εργατικούς φοβούνται ότι μια αλλαγή ηγεσίας αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτοκαταστροφική. Παρά τα σοβαρά λάθη στην εσωτερική πολιτική, η διαχείριση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και του πολέμου με το Ιράν έχει αξιολογηθεί θετικά από σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης. Επιπλέον, η διεθνής αστάθεια και οι επιπτώσεις της στην οικονομία δημιουργούν ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον για οποιονδήποτε πιθανό διάδοχο.
Υπάρχει και ένας ακόμη φόβος: αν ο Στάρμερ εξαναγκαστεί σε παραίτηση, η αντιπολίτευση θα υποστηρίξει ότι ο νέος πρωθυπουργός δεν διαθέτει λαϊκή εντολή, αυξάνοντας την πίεση για πρόωρες εθνικές εκλογές, σε μια στιγμή που οι Εργατικοί μοιάζουν πολιτικά και οργανωτικά ανέτοιμοι να επιστρέψουν άμεσα σε εκλογική μάχη.
Έτσι, παρά την ανοιχτή αμφισβήτηση, οι Εργατικοί βρλίσκονται μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα: αν ο Στάρμερ αποτελεί πλέον πρόβλημα για το κόμμα ή αν η απομάκρυνσή του θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό κενό.