Πολιτική

Η άνοδος του AfD στη Γερμανία και το μήνυμα που στέλνει στην Ευρώπη


Η μεγάλη νίκη της ακροδεξιάς στη Σαξονία-Άνχαλτ ενισχύει τις ανησυχίες για τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία, καθώς το πολιτικό κέντρο δυσκολεύεται να απαντήσει στο κόστος ζωής, την οικονομική πίεση και το μεταναστευτικό.

Η εντυπωσιακή εκλογική επίδοση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι μια ακόμα περιφερειακή πολιτική εξέλιξη. Σε μια χώρα που επί δεκαετίες διατηρεί αυστηρό πολιτικό αποκλεισμό της ακροδεξιάς λόγω του ιστορικού φορτίου του ναζισμού, η επικράτηση του κόμματος αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην πορεία του προς το κέντρο της πολιτικής εξουσίας.

Το AfD συγκέντρωσε υπερδιπλάσιες ψήφους από το κεντροδεξιό κόμμα του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, καθώς η αύξηση του κόστους ζωής και η υψηλή ανεργία αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες που επηρέασαν την ψήφο. Ωστόσο, το κόμμα δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία και με τα υπόλοιπα κόμματα να αποκλείουν τη συμμετοχή του σε κυβερνητικό συνασπισμό, η ανάληψη της διακυβέρνησης της Σαξονίας-Άνχαλτ παραμένει αβέβαιη.

Η πολιτική σημασία του αποτελέσματος, πάντως, ξεπερνά τα όρια του κρατιδίου. Το AfD χαρακτηρίζεται από τις γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών ως «ύποπτη» εξτρεμιστική οργάνωση, ενώ στελέχη της έχουν χρησιμοποιήσει συνθήματα που συνδέονται με τον ναζισμό και έχουν υποβαθμίσει το Ολοκαύτωμα. Το κόμμα έχει επίσης κατηγορηθεί για την προώθηση μιας αντίληψης που αντιμετωπίζει τους Γερμανούς με μεταναστευτικό υπόβαθρο ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Πίεση στον Μερτς και ανησυχία στην ΕΕ

Η εκλογική επίδοση του AfD αυξάνει παράλληλα την πίεση στον Φρίντριχ Μερτς. Η πολιτική του θέση έχει ήδη αποδυναμωθεί, ενώ το ενδεχόμενο εσωκομματικής αμφισβήτησης της ηγεσίας του δεν θεωρείται πλέον αδιανόητο. Μια γερμανική κυβέρνηση που θα δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά της προβλήματα θα μπορούσε να περιορίσει και τη δυνατότητα του Βερολίνου να διαδραματίσει τον παραδοσιακό του ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει των εκλογών που θα πραγματοποιηθούν σε αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Γαλλία θα εκλέξει νέο πρόεδρο την ερχόμενη άνοιξη, ενώ εκλογές αναμένονται στην Ισπανία έως τον Αύγουστο και στην Ιταλία έως το τέλος του επόμενου έτους.

Κοινός παρονομαστής είναι η ενίσχυση των κομμάτων που βρίσκονται στα δεξιά του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Η οικονομική δυσφορία, η ακρίβεια, η αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις αδυνατούν να αντιμετωπίσουν καθημερινά προβλήματα και η μεταναστευτική πίεση δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για κόμματα που επιχειρούν να παρουσιάσουν το πολιτικό κατεστημένο ως υπεύθυνο για μια ευρύτερη κρίση διακυβέρνησης.

Στο Μεταναστευτικό, η Ευρώπη μιλά πλέον τη γλώσσα της Ακροδεξιάς

Η Γαλλία στο επίκεντρο

Οι εξελίξεις στη Γαλλία θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες για την ευρωπαϊκή ισορροπία. Ο Εμανουέλ Μακρόν αποχωρεί από την προεδρία την ερχόμενη άνοιξη και η Μαρίν Λεπέν, επικεφαλής του Εθνικού Συναγερμού, εμφανίζεται να διαθέτει ισχυρό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις για τον πρώτο γύρο.

Η Λεπέν έχει βρεθεί ακόμη και στην πρώτη θέση σε πρόσφατες μετρήσεις για τον δεύτερο γύρο, γεγονός που την φέρνει πιο κοντά στην εξουσία από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της μακράς προσπάθειάς της να καταλάβει το Μέγαρο των Ηλυσίων. Μια νίκη της θα είχε πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις από εκείνες μιας συνηθισμένης κυβερνητικής εναλλαγής, δεδομένου του μεγέθους της Γαλλίας, του πυρηνικού της οπλοστασίου και του ιδρυτικού της ρόλου στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Παράλληλα, μια γαλλική κυβέρνηση της ακροδεξιάς θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση του λεγόμενου «δημοκρατικού αναχώματος», της άτυπης συμφωνίας με την οποία τα παραδοσιακά κόμματα αποφεύγουν κυβερνητικές συνεργασίες με την ακροδεξιά. Αντίστοιχη πρακτική εφαρμόζεται στη Γερμανία, όπου τα κόμματα του πολιτικού κέντρου εξακολουθούν να αποκλείουν συνεργασία με την AfD.

Ζητούμενο πλέον είναι, οι δυνάμεις του κέντρου στη Γαλλία να καταφέρουν να συγκροτήσουν έναν κοινά αποδεκτό υποψήφιο. Ένας ισχυρός κεντρώος υποψήφιος θα μπορούσε να επικρατήσει απέναντι στη Λεπέν στον δεύτερο γύρο. Αν όμως το κέντρο παραμείνει κατακερματισμένο, η άκρα αριστερά θα μπορούσε να διεκδικήσει τη δεύτερη θέση, δημιουργώντας ένα σενάριο στο οποίο η Λεπέν θα εμφανιζόταν ως το μεγάλο φαβορί.

Ισπανία, Βρετανία και Ιταλία

Στην Ισπανία, το Vox διεκδικεί ρόλο στην επόμενη κυβερνητική συμμαχία, καθώς η σοσιαλιστική κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση λόγω σκανδάλων διαφθοράς και της διαχείρισης του μεταναστευτικού. Μια ενδεχόμενη συμμετοχή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση θα αποτελούσε ακόμη ένα δείγμα της μετατόπισης του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη.

Στη Βρετανία, το Reform UK έχει επίσης καταγράψει σημαντική άνοδο, αν και η δυναμική του έχει περιοριστεί από οικονομικά σκάνδαλα που συνδέονται με τον Νάιτζελ Φάρατζ, καθώς και από την εμφάνιση ακόμη πιο δεξιών πολιτικών σχηματισμών. Η εσωτερική διάσπαση της δεξιάς πολυκατοικίας δυσκολεύει την προοπτική συγκέντρωσης των ψήφων που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Η Ιταλία παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Η Τζόρτζια Μελόνι, η οποία ηγείται ενός κόμματος με νεοφασιστικές ρίζες, έχει υιοθετήσει πιο μετριοπαθή στάση σε ζητήματα όπως η Ουκρανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, διατηρώντας παράλληλα ισχυρό έλεγχο της κυβέρνησης. Η πορεία της αποτελεί, για αρκετά ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, ένα παράδειγμα για το πώς μπορούν να μετακινηθούν προς το πολιτικό κέντρο χωρίς να εγκαταλείψουν τον βασικό τους πυρήνα.

Τζόρτζια Μελόνι: Από την Ακροδεξιά στο κέντρο της ευρωπαϊκής εξουσίας

Η ίδια η Μελόνι, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπη με ανταγωνισμό από δυνάμεις που κινούνται ακόμη πιο δεξιά, γεγονός που την έχει οδηγήσει σε σκληρότερες θέσεις στο μεταναστευτικό. Η δυναμική αυτή δείχνει ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν αφορά μόνο τη σύγκρουση με τα παραδοσιακά κόμματα, αλλά και έναν ανταγωνισμό εντός της ίδιας της δεξιάς.

Η ακροδεξιά δεν είναι ανίκητη

Παρά τη δυναμική των τελευταίων ετών, η ενίσχυση της ακροδεξιάς δεν θεωρείται μη αναστρέψιμη. Η αποτυχία ή η φθορά στην άσκηση εξουσίας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την εκλογική της άνοδο. Η απομάκρυνση του Βίκτορ Όρμπαν από την πρωθυπουργία της Ουγγαρίας, έπειτα από 16 χρόνια διακυβέρνησης, έδειξε ότι κόμματα που θεωρούνταν πολιτικά πανίσχυρα μπορούν να ηττηθούν, όταν εντείνονται οι αντιδράσεις για τη διαφθορά, την οικονομία και τις συγκρούσεις με την ΕΕ.

Το «ουγγρικό μάθημα»: Η συνταγή κατάρρευσης του Όρμπαν συζητείται στις ΗΠΑ

Η εμπειρία της Ιταλίας δείχνει, από την άλλη πλευρά, ότι η προσαρμογή ενός ακροδεξιού κόμματος στη διακυβέρνηση μπορεί να του επιτρέψει να διευρύνει την εκλογική του βάση. Για τα παραδοσιακά κόμματα, επομένως, η γερμανική κάλπη αποτελεί προειδοποίηση, αλλά και δοκιμασία: η αντιμετώπιση του κόστους ζωής, της οικονομικής στασιμότητας και του μεταναστευτικού θα είναι καθοριστική για το αν η σημερινή άνοδος της ακροδεξιάς θα μετατραπεί σε μόνιμη αλλαγή του ευρωπαϊκού πολιτικού συσχετισμού.

Οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα δείξουν αν η Γερμανία αποτελεί προάγγελο μιας ευρύτερης πολιτικής μετατόπισης ή αν η επιτυχία του AfD θα λειτουργήσει τελικά ως προειδοποιητικό παράδειγμα για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους. Το διακύβευμα, ωστόσο, δεν αφορά πλέον μόνο τη δύναμη της ακροδεξιάς, αλλά και την ικανότητα του πολιτικού κέντρου να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να κυβερνήσει αποτελεσματικά.

Διαβαστε επισης