Διεθνή

Πέρα από το Qatargate: Υπάρχει διέξοδος από το θεσμικό τέλμα;


Στις 9 Δεκεμβρίου 2022 ξέσπασε το διαβόητο πλέον Qatargate, μια υπόθεση με ακόμα αδιευκρίνιστες προεκτάσεις και τη δυναμική να συνταράξει συθέμελα το όποιο αξιακό πλεονέκτημα διαθέτουν ακόμα οι ενωσιακοί θεσμοί. Καθώς η έρευνα συνεχίζεται, δεν αποκλείεται να προκύψουν και νέες συνταρακτικές αποκαλύψεις. Το σίγουρο είναι ότι ήδη πρόκειται για το μεγαλύτερο σκάνδαλο διαφθοράς που έπληξε την ΕΕ εδώ και σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, δηλαδή μετά τη μαζική παραίτηση της Επιτροπής Ζακ Σαντέρ το 1999, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ακεραιότητα της δημοκρατικής διαδικασίας που στηρίζει –ηθικά τουλάχιστον– ολόκληρο τον πολιτικό μηχανισμό του μπλοκ των 27.

* Γιάννης Γούναρης, Δικηγόρος, LLMLondonSchoolofEconomics, Διδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ- Το κείμενο περιλαμβάνεται στο 11ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Σε μια προσπάθεια να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, η ΕΕ, τόσο σε επίπεδο Επιτροπής όσο και σε επίπεδο Κοινοβουλίου, έχει ήδη ανακοινώσει τη λήψη μέτρων για την αύξηση της διαφάνειας. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε κανείς. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί, εδώ και υπερβολικά πολύ καιρό, πόλο έλξης για εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων και χιλιάδες λομπίστες, που, σε συνδυασμό με ένα πυκνό δίκτυο ΜΚΟ και δεξαμενών σκέψης που διατηρούν στενές σχέσεις με πρώην και νυν υψηλόβαθμους Ευρωπαίους αξιωματούχους, δημιουργούν τη λεγόμενη «φούσκα των Βρυξελλών»: ένα κέντρο άσκησης εξουσίας και λήψεως βαρυσήμαντων αποφάσεων έξω και πέρα από έλεγχο και λογοδοσία.

Οπωσδήποτε, δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι το πλήγμα για την –ήδη τρωθείσα– αξιοπιστία και ηθική ακεραιότητα της ΕΕ στη συνείδηση του μέσου Ευρωπαίου πολίτη θα είναι βαρύτατο και ότι οι συνέπειες για την περαιτέρω απαξίωση του όλου εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με θεσμικό όχημα μια ΕΕ που δείχνει να είναι έρμαιο οικονομικών συμφερόντων θα είναι εξαιρετικά σοβαρές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μαύρο πρόβατο της ΕΕ, η Ουγγαρία, δεν έχασε την ευκαιρία να στηλιτεύσει τη «διεφθαρμένη ΕΕ, που κατά τα άλλα ελέγχει την Ουγγαρία για διαφθορά», με τον Βίκτορ Όρμπαν να προτείνει, με σκωπτική διάθεση, την κατάργηση της Ευρωβουλής και την αντικατάστασή της από μια συνέλευση αποτελούμενη από μέλη των εθνικών κοινοβουλίων.

Ωστόσο, αν το πρόβλημα περιοριζόταν στη συγκεκριμένη υπόθεση –ή έστω στο υπαρκτό ζήτημα λογοδοσίας και διαφάνειας, τα πράγματα θα ήταν σχετικά απλά. Η αληθινή υπονόμευση των θεμελίων του υφιστάμενου θεσμικού σχήματος της ευρωπαϊκής συνεργασίας εντοπίζεται στο σύμπλεγμα εσωτερικών και εξωτερικών κρίσεων των τελευταίων δύο δεκαετιών, που έχει εκθέσει την αδυναμία του συστήματος να δώσει μια επαρκή απάντηση στο ερώτημα για το μέλλον της Ευρώπης, τη θέση της στον κόσμο και την ικανότητά της να προσαρμοστεί στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Ασφαλώς, το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ ήταν εμφανές εδώ και δεκαετίες, όπως επίσης και η νεοφιλελεύθερη θεμελιώδης ιδεολογία στον πυρήνα της, που πολύ γρήγορα τη μετέτρεψε σε εργαλείο ιδιωτικοποίησης και, στην πράξη, κατάργησης ορισμένων πολύ βασικών δημόσιων αγαθών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η νομιμοποίησή της πήγαζε κυρίως από το επιδιωκόμενο ιδανικό, τη finalité της πολιτικής ένωσης ομοσπονδιακού τύπου και, μέσω αυτής, την εκπλήρωση ενός αυταπόδεικτου πεπρωμένου μιας υπερεθνικής ευρωπαϊκής διακυβέρνησης που θα υπερέβαινε τον «αταβισμό» των εθνικών κρατών. Όσο ένθερμος ευρωπαϊστής και αν είναι κανείς, είναι δύσκολο να αποφύγει τη διαπίστωση ότι αυτό το πεπρωμένο είναι ρεαλιστικά ανύπαρκτο – ή έστω πολύ πιο μακρινό ως προοπτική το 2023 από όσο ήταν το 1957.

Εξίσου απέχουν οι υπεραισιόδοξες προβλέψεις που κυριαρχούσαν στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο στις αρχές του 21ου αιώνα περί της δήθεν ευρωπαϊκής υπερδύναμης, που θα πρόσφερε στον μεταμοντέρνο κόσμο ένα νέο υπόδειγμα πολιτικής συνεργασίας και οικονομικής ολοκλήρωσης. Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής malaise βρίσκεται η ένταση μεταξύ αφενός της κρατικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής λειτουργίας, που παραμένει συνυφασμένη με τα συντάγματα των κρατών-μελών, και αφετέρου των βαθιών μορφών διεθνούς οικονομικής ολοκλήρωσης με αμιγώς τεχνοκρατικά κριτήρια, που συνιστούν το βασικό πεδίο δράσης της ΕΕ. Πράγματι, δεν είναι λίγες οι φορές που η τελευταία έχει βρεθεί σε ευθεία σύγκρουση με τις δημοκρατικές πλειοψηφίες σε επιμέρους κράτη-μέλη. Και η περίφημη ρήση του Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ με αφορμή την ελληνική κρίση του 2015 παραμένει εμβληματική αυτής της θεμελιώδους έντασης: «Δεν υπάρχει δημοκρατική εναλλακτική έναντι των Ευρωπαϊκών Συνθηκών».

Υπάρχουν τρεις πιθανές απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα. Η προτιμητέα από τις ευρωπαϊκές ελίτ ως default option ανέκαθεν ήταν «περισσότερη Ευρώπη». Δηλαδή ένα άλμα προς τα εμπρός και την ανάδυση της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων σε υπερεθνικό επίπεδο. Ευγενής στόχος μεν, ανέφικτος με τα σημερινά δεδομένα δε. Η δεύτερη είναι η αποδοχή του δημοκρατικού ελλείμματος, στο οποίο η εθνική πολιτική περιορίζεται ολοένα και περισσότερο από έξωθεν θεσπιζόμενους κανόνες, ως αναγκαίας –και, συνεπώς, αναπόφευκτης– συνθήκης του ευρωπαϊκού σχεδίου. Και η τρίτη, να κάνει η ΕΕ ένα βήμα όχι εμπρός, αλλά πίσω, εγκαταλείποντας ορισμένες κοινές πρωτοβουλίες, ειδικά εάν αυτές προκαλούν διαμάχες στα κράτη-μέλη.

Αυτό που συμβαίνει στην πράξη μοιάζει πολύ στη δεύτερη επιλογή, τροφοδοτώντας όμως έτσι την ως άνω ένταση και μια αυξανόμενη δυσπιστία προς τους κοινούς θεσμούς. Επιπλέον, η τεχνοκρατική προσέγγιση μπορεί να κάνει θαύματα όταν πρόκειται για τη ρύθμιση της Κοινής Αγοράς, αποδεικνύεται όμως εξόχως αναποτελεσματική όταν πρόκειται για σοβαρές ενδογενείς ή εξωγενείς κρίσεις, για τις οποίες η περίφημη «κοινοτική μέθοδος» δεν υποκαθιστά τις κλασικές διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις και, συνεπώς, υποχωρεί. Δεν είναι αυτό κάτι που πρέπει να εκπλήσσει, σε μια ήπειρο που χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία, πλουραλισμό και διαφωνίες.

Επομένως, εφόσον θεωρηθεί δεδομένο ότι η προτεινόμενη λύση δεν μπορεί να είναι η απόρριψη του σχεδίου ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συνολικά και ότι, αντιθέτως, είναι ευκταία και αναγκαία η ύπαρξη ενός κοινού θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου για την οργάνωση και το συντονισμό των ευρωπαϊκών κρατών για την από κοινού επιδίωξη συγκεκριμένων στόχων αμοιβαίου συμφέροντος, είναι ίσως καιρός να ξεκινήσει μια συζήτηση για μια εναλλακτική ευρωπαϊκή θεσμική αρχιτεκτονική. Αφετηρία αυτής της συζήτησης δεν μπορεί παρά να είναι η αναγνώριση της ΕΕ ως μιας πλατφόρμας, με τους όποιους περιορισμούς της, για τη διαχείριση των σχέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και όχι ως εμβρυακής μορφής μιας εκκολαπτόμενης ευρωπαϊκής ομοσπονδίας που θα οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, τους Ευρωπαίους στη Γη της Επαγγελίας της πλήρους πολιτικής ένωσης.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η ως άνω πλατφόρμα δεν γίνεται αντιληπτή ως η μία και μοναδική οδός συνεργασίας, αλλά ως ένα (σημαντικό, ασφαλώς) τμήμα ενός ευρύτερου δικτύου λειτουργικά χωριστών projects ολοκλήρωσης που εκτελούνται παράλληλα και όχι απαραίτητα από όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ ή ακόμα και μόνο από αυτά. Δηλαδή από οριζόντια οργανωμένους, εθελοντικούς συνασπισμούς κρατών-μελών (και μη μελών), με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να παίζουν πρωτίστως ρόλο υποστηρικτικό. Σε αυτό το σχήμα δεν υπάρχει κάποιος εγγενής λόγος για τον οποίο η ένταξη στην Κοινή Αγορά πρέπει οπωσδήποτε να συνεπάγεται και ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση ή στο Χώρο Σένγκεν. Πράγματι, πολλά μέλη της ΕΕ δεν έχουν πρόθεση να ενταχθούν στο ευρώ, την ίδια στιγμή που τρίτες χώρες, όπως η Νορβηγία, η Ελβετία και η Ισλανδία, είναι λειτουργικά ενταγμένες στην Κοινή Αγορά και στον Χώρο Σένγκεν, στον οποίο δεν έχει ενταχθεί η Ιρλανδία, κάνοντας χρήση του opt-out.

Το ίδιο μπορεί κάλλιστα να ισχύσει ως αρχή και σε άλλους τομείς πολιτικής, λόγου χάρη στη Μετανάστευση και το Άσυλο ή στην Άμυνα. Είναι σημαντικό πάντως, για πρακτικούς λόγους, ότι μια παρόμοια προσέγγιση δεν απαιτεί δραματικές αλλαγές στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Αντιθέτως, είναι επιτεύξιμη με τη χρήση μηχανισμών και εννοιών που είναι ήδη ενσωματωμένες σε αυτές, όπως είναι κυρίως οι ενισχυμένες συνεργασίες, τα opt-ins και opt-outs και μια αυστηρή ερμηνεία των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Συγχρόνως, μπορεί να βασιστεί σε έναν θεσμικό καταμερισμό εργασίας μεταξύ της ΕΕ και άλλων ευρωπαϊκών οργανισμών ή forum  διευρωπαϊκού διαλόγου, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, η νεοσύστατη Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα ή ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ).

Είναι μια πρόταση φιλοευρωπαϊκή στην ουσία της, κυρίως διότι είναι ρεαλιστική: αντιμετωπίζει την ΕΕ και ευρύτερα τους θεσμούς και τις πολιτικές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στις πραγματικές τους διαστάσεις και όχι ως αόριστες και νεφελώδεις έννοιες ή ως υπερβατικές κατασκευές στο δρόμο προς ένα ιδεατό –και ουτοπικό– μέλλον.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα