Χρηστικά

«Παγώνει» ΑΦΜ η εφορία


Στην απενεργοποίηση των ΑΦΜ δεκάδων επιχειρηματιών που φεσώνουν το δημόσιο (και όχι μόνο) προχωρεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων

Στην αυτόματη απενεργοποίηση των ΑΦΜ δεκάδων επιχειρηματιών που φεσώνουν το δημόσιο (και όχι μόνο) προχωρεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).

Από το 2018 η διαδικασία απενεργοποίηση των Αριθμών Φορολογικού Μητρώου έχει καταστεί πιο ευέλικτη, ενώ προβλέπεται και «συγχωροχάρτι» για τους παραβάτες ύψους 15.000 ευρώ.

Πρόκειται για περιπτώσεις επιχειρηματιών οι οποίοι ανοίγουν μια επιχείρηση, γεμίζουν την αγορά με πλαστά και εικονικά τιμολόγια και ακάλυπτες επιταγές, δεν πληρώνουν φόρους εισφορές και προμηθευτές και κάποια στιγμή βάζουν λουκέτο και εξαφανίζονται αφήνοντας «φέσια» σε δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία και προμηθευτές. Αποκαλούνται «εξαφανισμένοι έμποροι» στη φορολογική διάλεκτο και το «κανόνι» που ρίχνουν ταρακουνάει την αγορά.

Η συνηθισμένη μορφή απάτης διενεργείται, συνήθως, ως εξής: μια επιχείρηση Α αγοράζει από μια άλλη επιχείρηση Β προϊόντα καταβάλλοντας τον σχετικό ΦΠΑ. Η επιχείρηση Α πουλά τα προϊόντα σε μια επιχείρηση Γ εισπράττοντας τον ΦΠΑ που αναλογεί. Τα προϊόντα πωλούνται εκ νέου από την επιχείρηση Γ στην αγορά λιανικής και οι καταναλωτές καταβάλλουν τον ΦΠΑ. Ωστόσο, η επιχείρηση Α εξαφανίζεται και δεν αποδίδει τον ΦΠΑ στο δημόσιο. Επί της ουσίας οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται στις συναλλαγές συνήθως ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο ή πρόσωπα και έτσι ο ΦΠΑ αντί να αποδοθεί στο δημόσιο, τον παρακρατούν οι ίδιοι και εξαφανίζονται από τον φορολογικό χάρτη.

Η απενεργοποίηση του ΑΦΜ αποτελεί μια μέθοδο άμυνας του δημοσίου απέναντι στα κυκλώματα φοροδιαφυγής, ώστε να μην μπορούν να δραστηριοποιηθούν ξανά.

Από την αρχή του 2019 μέχρι και τον Αύγουστο έχουν απενεργοποιηθεί συνολικά 61 ΑΦΜ επιχειρηματιών που έχουν υποπέσει σε βαρύτατες φορολογικές παραβάσεις και σχετίζονται με οικονομικές απάτες.

Το 2018 η ΑΑΔΕ είχε απενεργοποιήσει προχώρησε στην απενεργοποίηση 86 ΑΦΜ εξαφανισμένων εμπόρων τόσο φυσικών προσώπων, όσο και εταιρειών, το 2017 είχε απενεργοποιήσει 81 ΑΦΜ και το 2016 είχε απενεργοποιήσει 100 ΑΦΜ επιτήδειων.

Η διαδικασία απενεργοποίησης των ΑΦΜ διενεργείται στις περιπτώσεις που εντοπίζεται υπόθεση φοροδιαφυγής αλλά και προληπτικά εάν από τον έλεγχο των αρχών προκύψει ότι:

  1. Δεν έχουν υποβάλλει δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) για δύο συνεχόμενα έτη 
  2. Από έλεγχο ή αυτοψία της Φορολογικής Αρχής προκύπτει ότι δεν υφίσταται οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησής ή
  3. Από έλεγχο ή αυτοψία της Φορολογικής Αρχής προκύπτει ότι έχει δηλώσει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.).
  4. Διαπιστωθεί πως έχουν ελλιπή ή λανθασμένα στοιχεία κατόχου.

Οι φορολογούμενοι που χάνουν το ΑΦΜ τους, μένουν «εκτός αγοράς», αφού δεν μπορούν:

  • να υποβάλουν οποιαδήποτε δήλωση στο τμήμα Μητρώου της Δ.Ο.Υ.
  • να υποβάλουν οποιαδήποτε φορολογική δήλωση ηλεκτρονικά.
  • να θεωρήσουν βιβλία και στοιχεία
  • να υποβάλουν οποιαδήποτε γνωστοποίηση σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Β.Σ.
  • να τύχουν απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης, κληρονομιών και γονικών παροχών κατά την απόκτηση πρώτης κατοικίας.
  • να λάβουν πιστοποιητικό για υποβολή δηλώσεων κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών,
  • να λάβουν πιστοποιητικό για μεταβίβαση ακινήτων
  • να πάρουν αντίγραφο των υποβληθεισών δηλώσεων φόρου κληρονομιάς, δωρεάς, γονικής παροχής, δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9), δήλωσης ΦΑΠ νομικών προσώπων και εκκαθαριστικών ΕΤΑΚ και ΦΑΠ φυσικών προσώπων.
  • να λάβουν φορολογική ενημερότητα
  • να εισπράξουν ποσά από την εξόφληση τίτλων πληρωμής (Α.Φ.Ε.Κ. Χρηματικά Γραμμάτια, Γραμμάτια τρίτων, Χρηματικά εντάλματα).
  • να έχουν συναλλαγές με το Δημόσιο τομέα (συμμετοχή σε διαγωνισμό για προμήθεια υλικών ή ανάθεση έργων του Δημοσίου).

Το «συγχωροχάρτι»

Σε όλους αυτούς δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά εφόσον είναι ύποπτοι για τη διάπραξη και νέων αδικημάτων, τους ζητείται εγγύηση.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία, όσοι επιθυμούν να προχωρήσουν στην επανέναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας θα πρέπει πληρώσουν εγγύηση τουλάχιστον 15.000 ευρώ στην εφορία, εφόσον είχαν στο παρελθόν οφειλές από φόρο εισοδήματος, παρακρατούμενο φόρο μισθωτών υπηρεσιών, ΦΠΑ και πρόστιμα.

Συγκεκριμένα, η εφορία θα απαιτεί εγγύηση από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου εάν:

  • Το ίδιο το φυσικό πρόσωπο οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα προηγούμενα πέντε έτη, πριν από την υποβολή της δήλωσης έναρξης, πτώχευσε ή κατέστη αφερέγγυο ή υπήρξε διευθυντής, πρόεδρος, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση νομικού προσώπου ή οντότητας ή ήταν «συνδεδεμένο πρόσωπο» με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που πτώχευσε ή κατέστη αφερέγγυο.
  • Μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 33% ή εταίρος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας υπήρξε οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα πέντε προηγούμενα φορολογικά έτη, πριν από την υποβολή της δήλωσης έναρξης, διευθυντής, πρόεδρος, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση νομικού προσώπου ή οντότητας ή ήταν «συνδεδεμένο πρόσωπο» με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που πτώχευσε ή κατέστη αφερέγγυο. Η εγγύηση θα απαιτείται, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η πτώχευση ή άλλη αφερεγγυότητα είχε ως αποτέλεσμα να οφείλεται στη φορολογική διοίκηση κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης έναρξης συνολική βασική ληξιπρόθεσμη φορολογική οφειλή από φόρο εισοδήματος, φόρο προστιθέμενης αξίας, παρακρατούμενους φόρους μισθωτών υπηρεσιών και πρόστιμα, τουλάχιστον 100.000 ευρώ. Αφερέγγυο νοείται και κάθε πρόσωπο που έχει υπαχθεί σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία, σε διαδικασία εξυγίανσης, καθώς και κάθε πρόσωπο που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου Κατσέλη. Για τα φυσικά πρόσωπα που προβαίνουν σε νέα έναρξη εργασιών και κατά την άσκηση προηγούμενης δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου ο ΑΦΜ τους είχε ανασταλεί ή πληρούνται οι προϋποθέσεις αναστολής αυτού, θα απαιτείται η κατάθεση εγγύησης. Το ύψος της εγγύησης θα μπορεί να είναι χαμηλότερο από 15.000 ευρώ και θα προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της φοροδιαφυγής, τον λόγο της αναστολής και την τυχόν υποτροπή.
     
Διαβάστε επίσης