Οικονομία

Ολόκληρη η απόφαση για τα δάνεια σε ελβετικό


Το σκεπτικό της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κατά των δανειοληπτών και οι ισχυρές μειοψηφίες.

Δίχασε την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η υπόθεση των δανείων σε ελβετικό φράγκο, όπως φαίνεται από την απόφαση 4/2019, που δημοσιεύθηκε σήμερα και παρουσιάζεται από το Σin.

Η πλειοψηφία των δικαστών, όπως ήταν γνωστό, τάχθηκε κατά των επιχειρημάτων που είχαν οι δανειολήπτες, όμως και στους δύο επιμέρους λόγους αναίρεσης συγκροτήθηκαν αρκετά ισχυρές μειοψηφίες δικαστών (5 και 11 δικαστών, αντίστοιχα) με στιβαρό νομικό σκεπτικό.

Η συγκρότηση αυτών των μειοψηφιών μπορεί να μην γέρνει τη δικαστική πλάστιγγα υπέρ των δανειοληπτών, όμως, σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στο νομικό κόσμο για το θέμα, ενισχύει τη θέση των δανειοληπτών σε ενδεχόμενη προσφυγή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου να υποστηρίξουν ότι δεν δικάστηκε δίκαια η υπόθεσή τους στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με την απόφαση 4/2019, ο Γενικός Όρος Συναλλαγών που προβλέπει την εξόφληση δανείων ελβετικού φράγκου σε ευρώ με βάση την τρέχουσα ισοτιμία των νομισμάτων δεν μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο καταχρηστικότητας, με βάση το αν είχαν οι δανειολήπτες σωστή και πλήρη πληροφόρηση από την τράπεζα για το συναλλαγματικό κίνδυνο, επειδή πρόκειται για ένα δηλωτικό όρο, ο οποίος αποτελεί επανάληψη σχετικού άρθρου του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, κατά το σκεπτικό της πλειοψηφία της Ολομέλειας, σύμφωνα με την κοινοτική  Οδηγία 93/12, «συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα.

Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.)

Για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 (σ.σ.: νόμος για την Προστασία Καταναλωτή)».