Οικονομία

Εργασία στην εποχή της AI: (Μόνο) η Κίνα έχει στρατηγική


Πρόσφατα, η κινεζική Z.ai παρουσίασε ένα εντυπωσιακό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης, το GLM-5.2, που προσεγγίζει τις επιδόσεις του νεότερου μοντέλου της Anthropic, αλλά λειτουργεί με κόστος μικρότερο από το ένα δέκατο. Ωστόσο, η ανάπτυξη του ισχυρότερου μοντέλου δεν αποτελεί τον σημαντικότερο δείκτη επιτυχίας.

Ένας τομέας που συγκεντρώνει λιγότερη προσοχή, αλλά στον οποίο η Κίνα αποκτά πλεονέκτημα, είναι η διαχείριση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών που συνεπάγεται η εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Αν υπάρχει κάτι που φοβάται περισσότερο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, αυτό είναι μια δυσαρεστημένη εργατική τάξη.

Στη Γουχάν, η οποία θεωρείται το μεγαλύτερο «υπαίθριο εργαστήριο» αυτόνομων οχημάτων στον κόσμο, οι οδηγοί ταξί άρχισαν ήδη από πριν δύο χρόνια να διαμαρτύρονται για τη ραγδαία αύξηση των ρομποτικών ταξί. Κατατέθηκαν αναφορές, οργανώθηκαν εκστρατείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι αντιδράσεις πήραν μεγάλη δημοσιότητα.

«Μαρξισμός της Τεχνητής Νοημοσύνης»

Οι κινεζικές αρχές έσπευσαν να λογοκρίνουν τις διαδικτυακές διαμαρτυρίες, όμως το ζήτημα προκάλεσε και έναν ευρύτερο προβληματισμό: πώς μπορεί να αποφευχθεί η μαζική αντικατάσταση εργαζομένων από την Τεχνητή Νοημοσύνη και η πολιτική δυσαρέσκεια που θα μπορούσε να ακολουθήσει.

Η Κίνα διαθέτει ήδη μεγάλη εμπειρία στην αυτοματοποίηση της παραγωγής. Περισσότερα από δύο εκατομμύρια βιομηχανικά ρομπότ εργάζονται στα εργοστάσιά της, αυτόνομα οχήματα πραγματοποιούν παραδόσεις σε πολλές πόλεις, ρομπότ εξυπηρετούν πελάτες σε ξενοδοχεία και εστιατόρια, άλλα αντικαθιστούν μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων σε χώρους στάθμευσης, ενώ drones πραγματοποιούν ακόμη και διανομές γευμάτων.

Μέχρι σήμερα οι μεγαλύτερες επιπτώσεις αφορούσαν κυρίως εργαζομένους χειρωνακτικών επαγγελμάτων. Ωστόσο, η νέα γενιά εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης απειλεί πλέον κυρίως αποφοίτους πανεπιστημίων — μια κοινωνική ομάδα που ιστορικά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε περιόδους πολιτικής αμφισβήτησης στην Κίνα.

Για τον λόγο αυτό, ο στόχος της χώρας να εξελιχθεί στην κορυφαία δύναμη παγκοσμίως στην Τεχνητή Νοημοσύνη συνοδεύεται πλέον επισήμως από έναν δεύτερο στόχο: να διατηρηθεί ο άνθρωπος στο επίκεντρο της οικονομίας της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τον τελευταίο χρόνο, μάλιστα, το Πεκίνο έχει αρχίσει να λαμβάνει πιο συγκεκριμένα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.

«Απελευθέρωση της εργασίας» αντί για αντικατάσταση

Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα επιθυμεί να καταστήσει σαφή μια στρατηγική προτεραιότητα, την ενσωματώνει στο πενταετές αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας. Στην τρέχουσα πενταετία, το Πεκίνο δεσμεύεται να αντιμετωπίσει συνολικά τις επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στην απασχόληση.

Η κινεζική στρατηγική δεν επιδιώκει η Τεχνητή Νοημοσύνη να αντικαταστήσει τον άνθρωπο, αλλά να ενισχύσει την παραγωγικότητά του, τόσο στους παραδοσιακούς, όσο και στους νέους κλάδους της οικονομίας. Παράλληλα, η μετάβαση στη νέα οικονομία θα πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα που θα περιορίζουν τις κοινωνικές επιπτώσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Ανθρώπινων Πόρων και Κοινωνικής Ασφάλισης έχει εξαγγείλει στοχευμένα προγράμματα στήριξης της απασχόλησης σε κρίσιμους τομείς, ενώ μέλος της Εθνικής Λαϊκής Συνέλευσης έχει προτείνει ακόμη και τη δημιουργία ειδικού «επιδόματος ανεργίας λόγω Τεχνητής Νοημοσύνης» για όσους χάνουν τη δουλειά τους εξαιτίας της αυτοματοποίησης.

Παράλληλα, οι κομματικές αρχές ενισχύουν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν δεξιότητες συμβατές με τη νέα αγορά εργασίας.

Την ίδια στιγμή, Κινέζοι ακαδημαϊκοί αναπτύσσουν έναν νέο θεωρητικό κλάδο που αποκαλούν «Μαρξισμό της Τεχνητής Νοημοσύνης», επιχειρώντας να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως ποιος δημιουργεί πραγματικά την αξία στην εποχή της ΑΙ: η μηχανή, ο δημιουργός της ή ο άνθρωπος που τη χρησιμοποιεί.

Δικαστήρια και επιχειρήσεις υπό πίεση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση της κινεζικής κυβέρνησης απέναντι στις επιχειρήσεις. Το Πεκίνο ασκεί εντεινόμενη πίεση στις εταιρείες, ώστε να αποφεύγουν απολύσεις λόγω της εισαγωγής συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης. Όσες δεν συμμορφώνονται ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με τη Δικαιοσύνη. Ήδη έχουν εκδοθεί αρκετές αποφάσεις που δικαιώνουν εργαζομένους οι οποίοι απολύθηκαν αφού οι θέσεις τους αντικαταστάθηκαν από λογισμικό Τεχνητής Νοημοσύνης.

Τον Απρίλιο, δικαστήριο έκρινε παράνομη την απόλυση εργαζομένου από τεχνολογική εταιρεία, επειδή η θέση του καλύφθηκε από εφαρμογή ΑΙ, στέλνοντας ταυτόχρονα σαφές μήνυμα προς την αγορά.

Στην απόφασή του το Ενδιάμεσο Λαϊκό Δικαστήριο της Χανγκζού υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης πρέπει να αξιοποιείται για την «απελευθέρωση της εργασίας», την ενίσχυση της απασχόλησης και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Παρότι αναγνώρισε το δικαίωμα των επιχειρήσεων να εκσυγχρονίζουν τις δραστηριότητές τους μέσω νέων τεχνολογιών, επισήμανε ότι η διαδικασία αυτή οφείλει να προστατεύει τα νόμιμα δικαιώματα των εργαζομένων.

Παραμένει, βέβαια, ασαφές μέχρι ποιο σημείο η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να πιέσει τις επιχειρήσεις που θα επιλέξουν διαφορετική πορεία. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις δείχνουν ότι η Κίνα αντιμετωπίζει το ζήτημα με ιδιαίτερη σοβαρότητα.

Δύο διαφορετικά μοντέλα για το μέλλον της AI

Η προσέγγιση της Κίνας διαφέρει αισθητά από εκείνη των ΗΠΑ.

Στις ΗΠΑ, τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας και ιδιαίτερα η Σίλικον Βάλεϊ, όπου πολλές εταιρείες επικεντρώνονται στην ανάπτυξη υπερ-ευφυών συστημάτων που, μακροπρόθεσμα, θα μπορούν να αντικαταστήσουν τον άνθρωπο σε όλο και περισσότερες εργασίες. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται, σε γενικές γραμμές, να στηρίζει αυτή την πορεία ή τουλάχιστον να μην επιχειρεί να τη φρενάρει.

Η Κίνα ξεκινά από ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς θέλει να διαμορφωθεί η οικονομία και η κοινωνία της και με ποιον τρόπο η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να υπηρετήσει αυτούς τους εθνικούς στόχους.

Το Πεκίνο επιδιώκει μια περισσότερο αυτάρκη οικονομία και γι' αυτό ενσωματώνει την Τεχνητή Νοημοσύνη σε όλους σχεδόν τους κλάδους, από τη ρομποτική μέχρι τις παραδοσιακές βιομηχανίες χάλυβα και τσιμέντου, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση της στρατηγικής εξάρτησης από το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, όμως, επιδιώκει να διατηρήσει την κοινωνική σταθερότητα, αναζητώντας τρόπους ώστε η τεχνολογική πρόοδος να μη συνοδευτεί από μαζική απώλεια θέσεων εργασίας.

Η κινεζική στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη είναι έντονα κρατικά κατευθυνόμενη και υπηρετεί συγκεκριμένους κυβερνητικούς στόχους. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η πορεία καθορίζεται κυρίως από τις ίδιες τις τεχνολογικές εταιρείες και τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα, χωρίς να εντάσσεται, τουλάχιστον προς το παρόν, σε μια ενιαία εθνική στρατηγική.

Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι ότι οι δυτικές χώρες πρέπει να αντιγράψουν το κινεζικό μοντέλο -άλλωστε ο βαθμός κρατικού ελέγχου που ασκεί το Πεκίνο στον τεχνολογικό κλάδο δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες.

Η εμπειρία της Κίνας δείχνει, όμως, ότι οι κυβερνήσεις δεν είναι υποχρεωμένες να αφήσουν την εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς. Μπορούν να επηρεάσουν την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η τεχνολογία και να διαμορφώσουν τους κανόνες με τους οποίους θα ενταχθεί στην οικονομία και την κοινωνία.

Με άλλα λόγια, το μέλλον της εργασίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα καθοριστεί μόνο από τις τεχνολογικές δυνατότητες, αλλά και από τις πολιτικές επιλογές που θα κάνουν οι κυβερνήσεις. Ήδη διαμορφώνονται δύο εντελώς διαφορετικά μοντέλα για το πώς μπορεί να μοιάζει αυτό το μέλλον.

Διαβαστε επισης