Οικονομία

Alpha Bank για οικονομία: Το στοίχημα της παραγωγικότητας και οι διαρθρωτικές προκλήσεις


Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27) χάρη στην αύξηση της απασχόλησης, της τουριστικής ζήτησης και της επενδυτικής δαπάνης. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση που έχει επιτευχθεί τα τελευταία έτη, η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πεδίο υστέρησης έναντι της ΕΕ-2, επισημαίνει η Alpha Bank σε νέα της ανάλυση.

Ένας παράγοντας που έχει συμβάλει σε αυτό είναι η αποδυνάμωση των παραγωγικών επενδύσεων κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Οι επενδύσεις των τελευταίων ετών και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργούν προϋποθέσεις βελτίωσης, ενώ η τεχνολογική αναβάθμιση και η ενίσχυση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού είναι κρίσιμες για μία διατηρήσιμη πορεία σύγκλισης. Παράλληλα, η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας και η συγκριτικά μεγαλύτερη αναλογία των επιχειρήσεων μικρού μεγέθους εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες αύξησης της παραγωγικότητας (βλ. Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της 31.10.2025). Το παρόν Δελτίο εξετάζει τις πρόσφατες εξελίξεις και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας υπό το πρίσμα αυτών των παραγόντων.

Οι επενδύσεις ως μοχλός ενίσχυσης της παραγωγικότητας

Η παραγωγικότητα της εργασίας υπολογίζεται ως ο λόγος του πραγματικού ΑΕΠ προς τον αριθμό των απασχολουμένων ή εναλλακτικά προς το σύνολο των ωρών που εργάστηκαν οι απασχολούμενοι, για ένα δεδομένο χρονικό διάστημα (παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο ή ανά ώρα εργασίας). Ως εκ τούτου, ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης μπορεί να εκφραστεί ως το άθροισμα των μεταβολών της απασχόλησης και της παραγωγικότητας της εργασίας. Όπως παρατηρείται στο , η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο έχει ενισχυθεί από το 2022 και μετά, ενώ η συμβολή της την τελευταία διετία στην οικονομική μεγέθυνση υπερβαίνει την αντίστοιχη της απασχόλησης (productivity driven growth).

Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί τόσο φέτος, όσο και το 2027, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο προβλέπεται να ενισχυθεί κατά 1% το 2026 και 1,2% το 2027, με την απασχόληση να αυξάνεται πιο ήπια, κατά 0,8% και 0,4%, αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι το πρώτο τρίμηνο του 2026, η παραγωγικότητα της εργασίας (ανά απασχολούμενο) αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση .

Η βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας συνδέεται στενά με την ισχυρή αύξηση των επενδύσεων που καταγράφεται τα τελευταία έτη, καθώς η διεύρυνση και ποιοτική αναβάθμιση του κεφαλαιακού αποθέματος ενισχύουν την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία. Πιο αναλυτικά, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέκαμψαν την τελευταία πενταετία, φθάνοντας σταδιακά το 16,9% το 2025, οριακά υψηλότερα από το επίπεδο που είχε καταγραφεί το 2010 (Γράφημα 1β). Παράλληλα, έχει ενισχυθεί σημαντικά το ποσοστό των επενδύσεων σε μηχανολογικό, τεχνολογικό, μεταφορικό εξοπλισμό καθώς και σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας (intellectual property products), κατηγορίες επενδύσεων που θεωρούνται ιδιαίτερα παραγωγικές. Το εν λόγω ποσοστό διατηρήθηκε, κατά την τελευταία τετραετία, σε υψηλότερα από τα αντίστοιχα προ κρίσης επίπεδα, προσεγγίζοντας το 10% του ΑΕΠ το 2025. 

Η ολοκλήρωση των επενδυτικών έργων που έχουν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι μεταξύ των παραγόντων που θα διατηρήσουν την επενδυτική δραστηριότητα σε ανοδική τροχιά έως το 2027, αν και με ηπιότερους ρυθμούς μεγέθυνσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι επενδύσεις στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθούν κατά 7,3% το 2026 και κατά 1,3% το 2027, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος  εκτιμά ότι θα ανέλθουν σε περισσότερο από 19% του ΑΕΠ το 2028. Η θετική επίδραση των επενδύσεων στην παραγωγικότητα εκδηλώνεται συνήθως με χρονική υστέρηση, καθώς απαιτείται χρόνος για την ολοκλήρωση των επενδυτικών έργων, την προσαρμογή των επιχειρήσεων στις νέες παραγωγικές δυνατότητες και τη διάχυση των ωφελειών στο σύνολο της οικονομίας. Συνεπώς, τόσο οι επενδύσεις των τελευταίων ετών, όσο και η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής, εκτιμάται ότι θα έχουν θετική επίδραση στην παραγωγικότητα της εργασίας μεσοπρόθεσμα.

Κλαδική Διάρθρωση, Μέγεθος Επιχειρήσεων και Παραγωγικότητα

Εκτός από την επενδυτική άπνοια της προηγούμενης δεκαετίας, η σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αντανακλά και δύο διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: την κλαδική διάρθρωση της οικονομίας και το μικρό μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων. Πιο αναλυτικά, η ελληνική οικονομία είναι προσανατολισμένη προς κλάδους των υπηρεσιών οι οποίοι είναι κατά κανόνα έντασης εργασίας και κατά συνέπεια παρουσιάζουν συγκριτικά χαμηλότερη παραγωγικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο διευρυμένος κλάδος των υπηρεσιών που περιλαμβάνει εμπόριο, μεταφορές, διαμονή και εστίαση, ο οποίος παράγει περίπου το 1/4 της συνολικής Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ)  και απασχολεί περίπου το 37% του συνόλου των εργαζομένων. Αντίθετα, η βιομηχανία, ως κλάδος έντασης κεφαλαίου, παράγει το 15,2% της συνολικής ΑΠΑ, έναντι 19,2% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE-27), ενώ κατέχει μερίδιο 9,5% στην απασχόληση. Σε όρους παραγωγικότητας της εργασίας η βιομηχανία παρουσιάζει σημαντική βελτίωση την τελευταία τριετία με αύξηση 11% .

Το αποτέλεσμα αυτό αντανακλά την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας του κλάδου, καθώς οι πραγματικές επενδύσεις αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό  περίπου 11% κατά την περίοδο 2019-2024. Επιπρόσθετα, παρότι στους περισσότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας η παραγωγικότητα της εργασίας έχει ενισχυθεί από το 2022, εξακολουθεί να υπολείπεται έναντι των αντίστοιχων ευρωπαϊκών μέσων. 

Αναφορικά με το μέγεθος των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (με λιγότερους από 10 απασχολούμενους), οι οποίες έχουν τη μεγαλύτερη δυσχέρεια στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας και στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών -παράγοντες που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας- έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε όρους απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025 , το 47,5% των απασχολούμενων στην Ελλάδα εργάζεται σε επιχειρήσεις με λιγότερα από 10 άτομα (ΕΕ-27: 30,4%), οι οποίες παράγουν το 23,5% της ΑΠΑ (ΕΕ-27: 20,4%). Αντίθετα στις μεγάλες επιχειρήσεις (με 250 ή περισσότερους απασχολούμενους), οι οποίες καταγράφουν υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, αντιστοιχεί μόλις το 15,4% της απασχόλησης (ΕΕ-27: 36,3%) αλλά παράγεται το 41,7% της ΑΠΑ (ΕΕ-27: 48,3%). 

Κατά συνέπεια, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα υπολείπεται αφενός λόγω της διάρθρωσης της οικονομίας, στην οποία οι πολύ μικρές επιχειρήσεις συγκεντρώνουν σημαντικό μερίδιο της απασχόλησης αλλά αναλογικά χαμηλότερο μερίδιο της συνολικής ΑΠΑ, και αφετέρου λόγω των χαμηλότερων επιδόσεών τους σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Ελλάδα η παραγωγικότητα της εργασίας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (λιγότεροι από 250 απασχολούμενοι) αντιστοιχεί μόλις στο 25,5% της παραγωγικότητας των μεγάλων επιχειρήσεων, το οποίο είναι, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-27 (μέσος όρος: 60,9%).

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι το 2026 αναμένεται να ενισχυθεί η παραγωγικότητα της εργασίας των πολύ μικρών επιχειρήσεων, καθώς εκτιμάται ότι ο ρυθμός αύξησης της πραγματικής ΑΠΑ (13,2%, Γράφημα 3α) θα υπερβεί τον αντίστοιχο της απασχόλησης (7,6%).

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα