Τράπεζες

Ο κορονοϊός… «έσωσε» την Τρ. Πειραιώς


O SSM άλλαξε τους κανόνες και χαμήλωσε τους δείκτες επάρκειας κεφαλαίων

Η κρίση που προκάλεσε η πανδημία  κορονοϊού έχει δημιουργήσει πολλές αβεβαιότητες για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς απειλούνται από ένα νέο κύμα «κόκκινων» δανείων. Είχε όμως και ένα παράπλευρο όφελος, ιδιαίτερα για την κεφαλαιακά ασθενέστερη από τις 4 συστημικές τράπεζες, την Τρ. Πειραιώς: Οι εποπτικές αρχές κάνουν μεγάλο… σκόντο στους κανόνες επάρκειας κεφαλαίων, προσφέροντας μεγάλες «ανάσες» και απομακρύνοντας τον κίνδυνο να χρειασθεί ανακεφαλαιοποιήσεις ή άντληση νέων κεφαλαίων στο άμεσο μέλλον.

Συνολικά για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το πρώτο τρίμηνο του 2020 καταγράφηκε αρκετά σημαντική κάμψη των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, όπως προκύπτει από τα σχετικά στοιχεία που παραθέτει η Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία της Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα.

Ειδικότερα, όπως σημειώνει η ΤτΕ,

  • Ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε ενοποιημένη βάση αυξήθηκε σε 17% το Δεκέμβριο του 2019, από 16% το Δεκέμβριο του 2018. Στη συνέχεια όμως άρχισε να πέφτει.και στο τέλος Μαρτίου διαμορφώθηκε σε 16,2%. Μειώθηκε δηλαδή κατά 0,8% στο πρώτο φετινό τρίμηνο, «ως αποτέλεσμα της επίπτωσης από την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΠ 9)», όπως σημειώνει η ΤτΕ.
  • Αντίστοιχα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 - CET1) αυξήθηκε το 2019 από 15,3% σε 15,9%. Εν συνεχεία έπεσε στο 14,6% κατά το α' φετινό τρίμηνο. Σημειώνεται μάλιστα ότι με πλήρη εφαρμογή των εποπτικών και λογιστικών κανόνων, ο Δείκτης CET1 θα είχε υποχωρήσει στο 12,2%, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΤτΕ.

Οι επόπτες κάνουν... εκπτώσεις

Η προβλεπόμενη επιδείνωση του μακροοοικονομικού περιβάλλοντος και η αυξημένη πίεση στις ευρωπαϊκές τράπεζες, κυρίως λόγω του σχηματισμού αυξημένων προβλέψεων για πιστωτικές ζημιές, οδήγησε από τον Μάρτιο τον Εποπτικό Μηχανισμό της ΕΚΤ (SSM) στην απόφαση να κάνει… εκπτώσεις στους κανόνες για την επάρκεια κεφαλαίων.

Το νέο πλαίσιο των κανόνων, που θα εφαρμοσθεί ως το 2022 για να δοθεί «ανάσα» στις τράπεζες μέχρι να ξεπερασθεί η νέα κρίση, οδηγεί σε γενικές γραμμές σε μια μείωση κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες των ελάχιστων δεικτών Κεφαλαιακής Επάρκειας και CET1.

Όπως εξηγεί η Τράπεζα της Ελλάδος, οι προσωρινές διευκολύνσεις στις τράπεζες όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τη λειτουργία τους προβλέπουν ότι

- Μπορούν προσωρινά να χρησιμοποιήσουν πλήρως τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας τους, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων που προορίζονται για την κάλυψη του Πυλώνα 2 (Pillar 2 Guidance).

-Ταυτόχρονα, επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν μερικώς τα κεφάλαια που δεν προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια του CET1, ως πρόσθετα μέσα κεφαλαίου της κατηγορίας 1 (Additional Tier 1 – AT1) και μέσα κεφαλαίου της κατηγορίας 2 (Tier 2).

Τέλος, μελετάται να δοθεί λειτουργική ευελιξία σχετικά με την υλοποίηση των ειδικών για κάθε τράπεζα εποπτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της οδηγίας του SSM για τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (Guidance to banks on non-performing loans).

Το όφελος και οι αποκλίσεις

Αν και συνολικά οι ελληνικές τράπεζες ευνοήθηκαν σημαντικά από αυτές τις διευκολύνσεις της εποπτικής αρχής, τα μεγαλύτερα οφέλη είχαν οι δύο τράπεζες που αντιμετωπίζουν τα σοβαρότερα ζητήματα με την κεφαλαιακή τους επάρκεια, η Τρ. Πειραιώς και η Attica Bank:

Οι αναλυτές θεωρούσαν μέχρι πρόσφατα ότι ένας παράγοντας που πιέζει την επενδυτική αξιολόγηση της Τρ. Πειραιώς είναι ο υψηλός κίνδυνος να χρειασθεί να αντλήσει νέα κεφάλαια από τους μετόχους.

Όμως, όπως τόνισε σε πρόσφατη έκθεσή της για τα αποτελέσματα α’ εξαμήνου της Πειραιώς η UBS, ο κεφαλαιακός κίνδυνος έχει μειωθεί σημαντικά, μεταξύ άλλων και επειδή μειώθηκε από τον SSM το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας και του δείκτη CET1 κατά 3% (σε 11,25% και 6,83%, αντίστοιχα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της μείωσης και της αύξησης των εποπτικών κεφαλαίων που πέτυχε η τράπεζα το δεύτερο τρίμηνο, η UBS σημειώνει ότι, όπως εκτιμά, «ο κίνδυνος μιας αύξησης κεφαλαίου έχει περιορισθεί πολύ σημαντικά».

Πάντως, στην αποτίμηση της τράπεζας η UBS εξακολουθεί να ενσωματώνει ένα έλλειμμα της τάξεως των 400 εκατ. ευρώ στα κεφάλαια πρώτης βαθμίδας, σε σχέση με το στόχο για δείκτη CET1 11%, που θεωρείται από την UBS ότι οι επενδυτές περιμένουν ότι θα πρέπει να καλύψει η τράπεζα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Σε ορίζοντα πρόβλεψης από το 2021 έως το 2024, η UBS σκιαγραφεί μια αρκετά οριακή κατάσταση: εκτιμά ότι το CET1 της Πειραιώς θα διαμορφωθεί λίγο υψηλότερα από το 10%, έναντι 12,2% το 2020. Για το «κανονικό» εποπτικό όριο, χωρίς τις διευκολύνσεις λόγω κορονοϊού, υπολογίζει ότι θα είναι γύρω στο 10% το 2022 και στη συνέχεια.

Διαβάστε επίσης