Τα κοστούμια του "Avatar: Fire and Ash" μπορεί να μην υπάρχουν υλικά πάνω στο σώμα των ηθοποιών, όμως η δουλειά πίσω από αυτά είναι απολύτως χειροπιαστή. Kαι γι’ αυτό ακριβώς κέρδισε μια θέση στις φετινές υποψηφιότητες των Όσκαρ.
Η Deborah L. Scott, βραβευμένη με Όσκαρ για τον Τιτανικό και σταθερή συνεργάτιδα του James Cameron εδώ και δεκαετίες, απέσπασε τη δεύτερη υποψηφιότητά της για το τρίτο κεφάλαιο της κινηματογραφικής σάγκα του Avatar, επαναπροσδιορίζοντας τι σημαίνει «κοστούμι» στην εποχή των οπτικών εφέ.
Στον κόσμο της Πανδώρας, οι χαρακτήρες των Να’βι είναι ψηφιακές αναπαραστάσεις ηθοποιών που έχουν κινηματογραφηθεί με τεχνολογία motion capture. Παρ’ όλα αυτά, η Scott επιμένει ότι κάθε ένδυμα πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί στο χέρι, σε ανθρώπινη κλίμακα.
«Μπορεί αυτό που βλέπεις στην οθόνη να είναι ψηφιακό, αλλά η βάση του είναι απολύτως πραγματική», εξήγησε, μιλώντας στο Hollywood Reporter για τη σημασία της υποψηφιότητάς της για Όσκαρ και περιγράφοντας λεπτομερώς τη διαδικασία κατασκευής κοστουμιών σε έναν κόσμο οπτικών εφέ.
Σε αντίθεση με την κλασική animation λογική, όπου το σχέδιο παραδίδεται απευθείας στους VFX artists, στο Avatar τα κοστούμια δημιουργούνται ως φυσικά αντικείμενα: υφάσματα, δέρματα, χάντρες, φτερά και χειροποίητες λεπτομέρειες που σκανάρονται και μεταφέρονται ψηφιακά.
Η διαδικασία είναι μακρά και υβριδική. Η Scott ξεκινά με έρευνα και σχέδια… με μολύβι σε χαρτί -"old school", όπως λέει χαρακτηριστικά. Για τα δύο τελευταία φιλμ της σειράς έχουν παραχθεί σχεδόν 20.000 χειρόγραφα σχέδια, τα οποία εξελίσσονται διαρκώς. Στη συνέχεια, ομάδες καλλιτεχνών στο Λος Άντζελες και στη Wētā Workshop στη Νέα Ζηλανδία μεταφέρουν τα σχέδια σε ψηφιακή μορφή, ενώ τα φυσικά δείγματα κατασκευάζονται με πραγματικά υλικά και παραδίδονται στη Wētā FX για σάρωση και εικονική προσαρμογή στα εννιά μέτρα ύψους των Να’βι.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με τη Scott, είναι η ρεαλιστική κίνηση. Τα κοστούμια δεν «κλειδώνουν» πριν το γύρισμα, όπως στο live action. Αντίθετα, εξελίσσονται παράλληλα με την ερμηνεία των ηθοποιών. Ένα κάλυμμα, μια κάπα ή ένα κόσμημα μπορεί να αλλάξει ριζικά αφού η σχεδιάστρια δει πώς κινείται ο χαρακτήρας στην οθόνη. «Είναι πολυτέλεια να μπορείς να σμιλεύεις το κοστούμι πάνω στην ίδια την ερμηνεία», λέει, περιγράφοντας πώς τροποποίησε ενδύματα αφότου παρακολούθησε τους ηθοποιούς να περπατούν, να χορεύουν ή να αιωρούνται.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι η κατασκευή, αλλά ο φωτισμός. Στο ψηφιακό περιβάλλον, το φως δεν υπακούει στους φυσικούς κανόνες ενός πλατό και μπορεί να αλλοιώσει πλήρως την υφή και το χρώμα ενός ενδύματος. «Σε live action, ένα τζιν είναι πάντα τζιν. Στον ψηφιακό φωτισμό, μπορεί ξαφνικά να μην αναγνωρίζεται», σημειώνει. Συχνά απαιτείται επιστροφή στα προηγούμενα στάδια για να αποκατασταθεί η οπτική αλήθεια.
Τα κοστούμια των Να’βι αντλούν έμπνευση από ιθαγενείς πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο, προσαρμοσμένους στο ηφαιστειακό, καμένο τοπίο του Fire and Ash. Σώματα σημαδεμένα από ουλές, ζωγραφική, τρυπήματα και τελετουργικά σύμβολα συγκροτούν την ταυτότητα των Ash People, ενώ στο φινάλε της ταινίας εμφανίζονται πάνω από δέκα διαφορετικές φυλές, καθεμία με ξεχωριστή αισθητική.
Η υποψηφιότητα της Scott δεν αφορά απλώς την τεχνική καινοτομία, αλλά τη διεύρυνση του ίδιου του ορισμού του costume design. Όπως η ίδια λέει, δεν πρόκειται για αναγνώριση της διαδικασίας, αλλά του αποτελέσματος. Και ίσως, ταυτόχρονα, για το άνοιγμα μιας νέας εποχής όπου το κοστούμι μπορεί να μην υπάρχει υλικά, αλλά εξακολουθεί να είναι προϊόν καθαρής, παραδοσιακής χειροτεχνίας.