Media

Αγωγή 12 Πολιτειών κατά της συμφωνίας Paramount–Warner


Αγωγή κατά της εξαγοράς της Warner Bros. Discovery από την Paramount έναντι 111 δισ. δολαρίων κατέθεσε συνασπισμός 12 αμερικανικών Πολιτειών, υποστηρίζοντας ότι η συγχώνευση θα περιορίσει τον ανταγωνισμό στην κινηματογραφική και τηλεοπτική αγορά, θα αποδυναμώσει τις αίθουσες και τελικά θα επιβαρύνει το κοινό.

Οι Πολιτείες, με επικεφαλής την Καλιφόρνια και τη συμμετοχή της Νέας Υόρκης, της Ουάσιγκτον και ακόμη εννέα πολιτειών, προσέφυγαν στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Βόρειας Περιφέρειας της Καλιφόρνια. Παράλληλα, ζήτησαν την έκδοση προσωρινής διαταγής ώστε να παγώσει η ολοκλήρωση της συναλλαγής, καθώς, σύμφωνα με τα δικόγραφα, η Paramount φέρεται να έχει ενημερώσει ότι θα μπορούσε να την ολοκληρώσει ακόμη και στις 22 Ιουλίου.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για οικονομικούς λόγους. Η συμφωνία προβλέπει ότι, εάν η ολοκλήρωσή της καθυστερήσει πέραν του Οκτωβρίου λόγω εκκρεμοτήτων, η Paramount θα καταβάλλει στους μετόχους της Warner Bros. Discovery αποζημίωση 650 εκατ. δολαρίων για κάθε τρίμηνο καθυστέρησης.

Οι ενστάσεις για τον ανταγωνισμό

Στην αγωγή τους οι Πολιτείες υποστηρίζουν ότι η συγχώνευση παραβιάζει τον νόμο Clayton του 1914, ο οποίος απαγορεύει εταιρικές συγκεντρώσεις που περιορίζουν τον ανταγωνισμό ή οδηγούν σε μονοπωλιακές καταστάσεις. Κατά την επιχειρηματολογία τους, η νέα εταιρεία θα αποκτήσει υπερβολική ισχύ τόσο στη διανομή κινηματογραφικών ταινιών, όσο και στην αγορά των βασικών καλωδιακών τηλεοπτικών δικτύων, όπως το CNN.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται, μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας μόλις τέσσερις μεγάλοι όμιλοι — Paramount, Disney, Universal και Sony — θα ελέγχουν το 86% της αγοράς των ταινιών ευρείας διανομής στις ΗΠΑ, ενώ το ποσοστό τους στις εμπορικά ισχυρότερες παραγωγές θα ξεπερνά το 90%. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι αυτό θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές, λιγότερες επιλογές και χαμηλότερη ποιότητα περιεχομένου.

Η αγωγή εστιάζει ιδιαίτερα στην αγορά των blockbusters, θεωρώντας ότι εκεί η ισχύς της νέας εταιρείας θα είναι δυσανάλογα μεγάλη. Πρόκειται για στρατηγική που θυμίζει την επιτυχημένη προσφυγή του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης το 2022, όταν μπλοκαρίστηκε η εξαγορά της Simon & Schuster από την Penguin Random House με επίκεντρο την αγορά των βιβλίων υψηλών πωλήσεων.

Η απάντηση της Paramount και οι διεθνείς εγκρίσεις

Η Paramount απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντας την αγωγή εσφαλμένη τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά, όσο και ως προς τη νομική της βάση. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η συγχώνευση θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό απέναντι σε διεθνείς κολοσσούς των media και θα ωφελήσει τις κινηματογραφικές αίθουσες, καθώς ο Ντέιβιντ Έλισον έχει δεσμευθεί για την κυκλοφορία τουλάχιστον 30 ταινιών ετησίως στους κινηματογράφους.

Εφόσον ολοκληρωθεί η εξαγορά, ο Ντέιβιντ Έλισον θα τεθεί επικεφαλής ενός από τους ισχυρότερους ομίλους ψυχαγωγίας στον κόσμο, ο οποίος θα περιλαμβάνει τα τηλεοπτικά δίκτυα CBS News και CNN, τα κινηματογραφικά στούντιο Paramount Pictures και Warner Bros., καθώς και τις πλατφόρμες streaming Paramount+ και HBO Max.

Μέχρι στιγμής η συμφωνία έχει εξασφαλίσει εγκρίσεις από 20 χώρες και περιοχές, μεταξύ των οποίων η Κίνα και η Αυστραλία. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές και βρετανικές αρχές εξακολουθούν να εξετάζουν την υπόθεση, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ανακοινώνει ότι η Paramount προσφέρθηκε να αναλάβει δεσμεύσεις για να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες περί ανταγωνισμού, ενώ η βρετανική ρυθμιστική αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο περαιτέρω έρευνας.

Πολιτικές προεκτάσεις και αβεβαιότητα

Η προσφυγή των Πολιτειών έρχεται παρότι το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ανακοινώσει τον Ιούνιο ότι δεν σκοπεύει να αμφισβητήσει τη συναλλαγή, εκτιμώντας πως δεν είναι πιθανό να πλήξει τον ανταγωνισμό ή τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Οι Πολιτείες, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει επαρκώς σε μεγάλες συγκεντρώσεις επιχειρήσεων και τα τελευταία χρόνια αναλαμβάνουν οι ίδιες πρωτοβουλίες για να ανακόψουν συμφωνίες που θεωρούν επιζήμιες για την αγορά.

Η υπόθεση αναμένεται να διαρκέσει πολλούς μήνες και ενδεχομένως περισσότερο από έναν χρόνο, εφόσον υπάρξουν εφέσεις, δημιουργώντας παρατεταμένη αβεβαιότητα για τις δύο εταιρείες, τους επενδυτές τους και τη χρηματοδότηση της συμφωνίας. Μεταξύ των επενδυτών περιλαμβάνονται η οικογένεια Έλισον, η RedBird Capital και κρατικά επενδυτικά ταμεία της Μέσης Ανατολής, τα οποία έχουν δεσμευθεί να συμμετάσχουν με χρηματοδότηση χρέους ύψους 24 δισ. δολαρίων.

Την αγωγή χαιρέτισε και η Cinema United, η ένωση που εκπροσωπεί περισσότερες από 31.000 κινηματογραφικές αίθουσες στις ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις της συμφωνίας θα είναι «σημαντικές και διαρκείς» όχι μόνο για το Χόλιγουντ, αλλά και για τις τοπικές οικονομίες σε ολόκληρη τη χώρα.

Διαβαστε επισης