Υγεία

Με αυξημένο κίνδυνο άνοιας συνδέονται κάποια αντιχολινεργικά φάρμακα


Οι άνθρωποι άνω των 55 ετών που έχουν λάβει αντιχολινεργική φαρμακευτική αγωγή κάθε μέρα για πάνω από τρία χρόνια, έχουν αυξημένο κατά σχεδόν 50% κίνδυνο εμφάνισης άνοιας μετέπειτα στη ζωή τους, όπως αποκαλύπτει μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.

Μέχρι σήμερα, είχαν μελετηθεί αποκλειστικά οι βραχύχρονες παρενέργειες των φαρμάκων με αντιχολινεργική δράση. Η νέα έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό αμερικανικό ιατρικό περιοδικό «JAMA International Medicine», είναι η πρώτη που ασχολήθηκε με τη μελέτη των μακροπρόθεσμων παρενεργειών των φαρμάκων αυτών και έδειξε πως πράγματι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ αυτών και της εμφάνισης άνοιας.

H επικεφαλής ερευνήτρια καθηγήτρια Κάρολ Κούπλαντ του Τμήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ, τόνισε ότι η σχέση μεταξύ αντιχολινεργικών και άνοιας αφορά κυρίως τη συνταγογράφηση αυτών των φαρμάκων σε μεσήλικες και ηλικιωμένους άνω των 80 ετών.

Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκαν τα ιατρικά αρχεία 58.769 ασθενών με διάγνωση άνοιας και 225.574 ασθενών χωρίς διάγνωση άνοιας, ηλικίας άνω των 55 ετών. Στην ομάδα με άνοια οι συμμετέχοντες είχαν μέση ηλικία τα 82 έτη και το 63% ήσαν γυναίκες. Κάθε περίπτωση άνοιας αντιστοιχούσε σε πέντε ασθενείς της ομάδας ελέγχου με τα ίδια δημογραφικά στοιχεία. Διερευνήθηκε η χρήση αντιχολινεργικών φαρμάκων σε μια περίοδο ενός έως 11 ετών πριν τη διάγνωση άνοιας.

Συνολικά το 57% των ατόμων με άνοια και το 51% των ατόμων της ομάδας ελέγχου είχαν χρησιμοποιήσει τουλάχιστον ένα αντιχολινεργικό τα προηγούμενα χρόνια. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως το 10% των περιστατικών άνοιας στο Ηνωμένο Βασίλειο ίσως οφείλεται στη χρήση αντιχολινεργικών.

Η συσχέτιση αυτή αφορούσε μόνο τα αντιχολινεργικά που λειτουργούσαν ως αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά, αντιπαρκινσονικά, φάρμακα της ουροδόχου κύστης και αντιεπιληπτικά. Δεν αφορά άλλα αντιχολινεργικά, όπως τα αντισταμινικά και τα γαστρεντερολογικά.

Ο καθηγητής Τομ Ντένινγκ , επικεφαλής του Κέντρου 'Ανοιας του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ και μέλος της ερευνητικής ομάδας, δήλωσε ότι, με βάση αυτά τα αποτελέσματα, διαφαίνεται η ευθύνη των γιατρών που θα πρέπει να είναι προσεκτικοί κατά τη συνταγογράφηση ορισμένων φαρμάκων με αντιχολινεργικές ιδιότητες, αλλά και των ασθενών, οι οποίοι πρέπει να είναι υπεύθυνοι και να μη σταματούν απρόβλεπτα την αγωγή, καθώς αυτό μπορεί να είναι πολύ πιο επιβλαβές.

Βέβαια και αυτή η έρευνα δεν απέδειξε την αιτιώδη σχέση μεταξύ αντιχολινεργικών και άνοιας. Οι περισσότερες έρευνες έχουν μελετήσει την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ αυτών των φαρμάκων και της γνωστικής έκπτωσης. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ των δύο τελευταίων επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από τον δρα Νολ Κάμπελ, ερευνητή γηριατρικής φαρμακευτικής στο Εθνικό Ινστιτούτο Γήρανσης των ΗΠΑ και συνεργάτες του.

Ο δρ. Καμπέλ επισήμανε ως επόμενο βήμα την ανάγκη εξέτασης του κατά πόσο αυτά τα φάρμακα όντως προκαλούν άνοια. Αυτό μπορεί να γίνει με τη χρήση τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμασιών, στις οποίες θα καταστελλόταν η χορήγηση αντιχολινεργικών και θα αντικαθιστούταν από εναλλακτικές θεραπείες.

Οι μελετητές κατέληξαν πως τα αντιχολινεργικά που θα χρησιμοποιηθούν για αυτές τις έρευνες, πρέπει να έχουν τρία χαρακτηριστικά: υψηλή πιθανότητα κινδύνου για άνοια, να είναι ευρέως χρησιμοποιούμενα και να υπάρχει για τον ασθενή άλλη εναλλακτική θεραπεία.

Εάν επιβεβαιωθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αντιχολινεργικών φαρμάκων και της άνοιας, η μετάβαση από ένα αντιχολινεργικό σε άλλο φάρμακο θα ήταν λιγότερο δύσκολη από πολλές άλλες παρεμβάσεις που είναι γνωστό ότι τροποποιούν τον κίνδυνο άνοιας, όπως η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, ο έλεγχος του διαβήτη ή η μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Τα αντιχολινεργικά, τα οποία δρουν μπλοκάροντας την ακετυλοχολίνη, μια χημική ουσία νευροδιαβιβαστή που μεταφέρει μηνύματα στο νευρικό σύστημα, χορηγούνται για μια ποικιλία παθήσεων, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, οι διαταραχές της ουροδόχου κύστης, οι αλλεργίες, οι γαστρεντερικές διαταραχές, το Πάρκινσον, διαταραχές ύπνου κ.α.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

https://jamanetwork.com/journals/jamainternalmedicine/fullarticle/2736353

Διαβάστε επίσης