Οικονομία

«Καίγονται» για ρευστό ξενοδοχεία και εστίαση - Ανάλυση της Εθνικής


Στο 40% των πωλήσεων των δύο κλάδων οι ανάγκες ρευστότητας το 2021, σε μεγάλο βαθμό θα μείνουν ακάλυπτες

Ασφυκτικές πιέσεις στη ρευστότητά τους θα αντιμετωπίσουν και το 2021 δύο κλάδοι στρατηγικής σημασίας για την εθνική οικονομία, η εστίαση και τα ξενοδοχεία, παρά το γεγονός ότι η προβλεπόμενη ανάκαμψη της οικονομίας θα μειώσει συνολικά τις ανάγκες ρευστότητας των επιχειρήσεων. Μάλιστα, μεγάλο μέρος των αναγκών κεφαλαίου κίνησης των δύο κλάδων θα μείνουν ακάλυπτες, αυξάνοντας τον κίνδυνο για μαζικά «λουκέτα».

Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Εθνικής Τράπεζας για τις ανάγκες ρευστότητας των επιχειρήσεων εν μέσω της κρίσης, ενώ πέρυσι η απότομη πτώση του τζίρου των επιχειρήσεων δημιούργησε ανάγκες ρευστότητας 34 δισ. ευρώ στο σύνολο των κλάδων, φέτος το κενό θα περιορισθεί στα 16 δισ. ευρώ, καθώς η οικονομία θα ξεφύγει από την ύφεση και οι τζίροι θα αυξηθούν.

Όμως, μέσα σε αυτή τη γενικά βελτιωμένη εικόνα «κρύβονται» δύο κλάδοι με μεγάλη σημασία για την οικονομία και την απασχόληση, που θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν το φάσμα των χαμηλών τζίρων και των πιεστικών αναγκών για ρευστότητα, οι οποίες μάλιστα δεν θα μπορέσουν να καλυφθούν πλήρως από τις διαθέσιμες πηγές («μαξιλάρια» ρευστότητας των επιχειρήσεων, κρατική βοήθεια, τραπεζικός δανεισμός), κάτι που σημαίνει ότι θα είναι εκτεθειμένες πολλές επιχειρήσεις σε κίνδυνο κατάρρευσης.

Ειδικότερα, όπως φαίνεται στο γράφημα, ενώ γενικά οι ανάγκες ρευστότητας των επιχειρήσεων εκτιμάται ότι θα φθάσουν το 2021 στο 6,4% των πωλήσεων, για τα εστιατόρια το αντίστοιχο ποσοστό εκτινάσσεται στο 40,9% των πωλήσεων και για τα ξενοδοχεία στο 39,5%.

Αυτές οι ανάγκες κεφαλαίου κίνησης θα καλυφθούν για τους δύο αυτούς κλάδους μόνο εν μέρει, όπως φαίνεται στο γράφημα, από τα διαθέσιμα που έχουν οι ίδιες (κίτρινο χρώμα της μπάρας), τα μέτρα ελάφρυνσης από το κράτος (πράσινο) και τον τραπεζικό δανεισμό (σκούρο πράσινο). Και για τους δύο κλάδους μένει ένα μεγάλο ποσοστό ακάλυπτων αναγκών (γκρίζο χρώμα στην μπάρα), οι οποίες ισοδυναμούν με κίνδυνο «λουκέτου».

Όπως αναφέρει η Εθνική, με την πανδημία να εξακολουθεί να πλήττει την ελληνική (και παγκόσμια) οικονομία, το 2021 αναμένεται ως ένα έτος σταδιακής ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας μετά από μία πρωτόγνωρη διαταραχή ιστορικών διαστάσεων. Το 2021 αναμένεται να αποτελέσει έτος ανάκαμψης των πωλήσεων (της τάξης του +8%), επιτρέποντας την ανάκτηση άνω του 50% των απωλειών του 2020.

Η ανάκαμψη αναμένεται να πραγματοποιηθεί σε δύο στάδια, με το 1ο εξάμηνο του έτους να παρουσιάζει σταθεροποιητικές τάσεις (+0,7%, σε ετήσια βάση) και το 2ο εξάμηνο να ενισχύει την δυναμική της τροχιάς ανάπτυξης (+14,6%, σε ετήσια βάση). Μεταξύ των κλάδων, ανοδικά σε σχέση με το 2019 αναμένεται να κινηθούν κατά το 2ο εξάμηνο του έτους οι κλάδοι κατασκευών, εμπορίου αυτοκινήτων και υπηρεσιών ICT (καθώς η πανδημία και τα μέσα αντίδρασης λειτουργούν ενισχυτικά για τη ζήτησή τους).  

Νέες πιέσεις στον τουρισμό 

Στον αντίποδα, ο κλάδος του τουρισμού θα εξακολουθήσει να δέχεται ισχυρές πιέσεις με τις πωλήσεις να παραμένουν σε επίπεδα χαμηλότερα του 2019 το 2ο εξάμηνο (κατά 38% για τα ξενοδοχεία και κατά 15% για την εστίαση). Ωστόσο, η μερική ανάκαμψη έναντι του 2020 (σχεδόν 50% σε ετήσια βάση) εκτιμάται ότι θα επιτρέψει το άνοιγμα της πλειοψηφίας των ξενοδοχείων κατά την θερινή τουριστική περίοδο – επιτυγχάνοντας πληρότητες της τάξης του 45% (αντίστοιχα με τις επιδόσεις του 60% των ξενοδοχείων που άνοιξαν το καλοκαίρι του 2020).

Στα τέλη του 2021 το ποσοστό του επιχειρηματικού τομέα που θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα ρευστότητας θα παρουσιάσει σημαντική αποκλιμάκωση –από το 88% στο τέλος του 2020 σε 33% στο τέλος του 2021– επιστρέφοντας σταδιακά στα προ πανδημίας επίπεδα (προσεγγίζοντας δηλαδή το 13% του τομέα που είχε παρατηρηθεί στα τέλη του 2019).

Τα προβλήματα ρευστότητας εκτιμάται ότι θα δημιουργήσουν συνολικές ανάγκες ύψους περίπου 16 δισ. ευρώ, όταν για την προηγούμενη χρονιά το κενό ρευστότητας των επιχειρήσεων υπολογίζεται ότι ξεπέρασε τα 34 δισ.  Σε επίπεδο κλάδων, το εμπόριο και η βιομηχανία παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες ανάγκες κεφαλαίων κίνησης, με 4,4 δισ. και 2,5 δισ. αντίστοιχα (αντανακλώντας το μέγεθος των κλάδων αυτών). Ωστόσο, αξιοσημείωτο είναι ότι ο κλάδος του τουρισμού παρουσιάζει τις πιο πιεστικές χρηματοδοτικές ανάγκες, καθώς αναμένεται να προσεγγίσουν το 40% των πωλήσεων ξενοδοχείων και εστιατορίων.

Η συνδυασμένη πολιτική παρεμβάσεων από το κράτος και τον τραπεζικό τομέα αναμένεται να περιορίσει το αρχικό κενό χρηματοδότησης κατά 5,8 δισ., ενώ η αξιοποίηση του διαθέσιμου ταμειακού μαξιλαριού των επιχειρήσεων μπορεί να μειώσει περαιτέρω το κενό κατά 3,3 δισ., περιορίζοντας έτσι το κενό χρηματοδότησης στα 6,4 δισ.

Εξαιρώντας τις μακροχρόνια ζημιογόνες επιχειρήσεις, τραπεζική χρηματοδότηση θα απαιτηθεί για την κάλυψη υπολειπόμενου κενού της τάξης των 2,2 δισ., επιβεβαιώνοντας έτσι τη διαχειρισιμότητα των αναγκών για κεφάλαια κίνησης τη φετινή χρονιά. Εξασφαλίζοντας ότι το σύνολο των υγιών επιχειρήσεων θα έχει πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα το 2021 (όπως συνέβη και το 2020), φαίνεται ότι συνεχίζει να λειτουργεί το αποτελεσματικό «φρένο» στις δευτερογενείς επιδράσεις της υγειονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία (που θα πρόκυπταν από τη χρηματοοικονομική ασφυξία ενός σημαντικού ποσοστού επιχειρήσεων).

Σε πιο μεσοπρόθεσμη βάση, όσο απομακρυνόμαστε από την επείγουσα συγκυρία εξασφάλισης της επιβίωσης των υγιών επιχειρήσεων, προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί – και με την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης – στην ανάκτηση του επιπέδου των επιχειρηματικών επενδύσεων που μειώθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης (από 10% την περίοδο πριν το 2008 σε λιγότερο από 6% του ΑΕΠ την τελευταία 10ετία) και των αποθεμάτων που μειώθηκαν εν μέσω της πανδημίας (από το 14% το 2018 σε λιγότερο από 12% των πωλήσεων το 2020).