Χρηστικά

Ο πόλεμος ψαλιδίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού!


Ισχνή αύξηση του κατώτατου μισθού προτείνουν η Τράπεζα της Ελλάδος και οι βιομήχανοι μέσω του ΙΟΒΕ, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλαν στο υπουργείο Εργασίας στο πλαίσιο της διαβούλευσης για τη δεύτερη αύξηση του κατώτατου μισθού από τον Μάιο, επικαλούμενοι και τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία.

Αντίθετα υψηλότερες αυξήσεις προτείνουν οι φορείς της ΓΣΕΕ, οι οποίες εφόσον υλοποιηθούν, ο κατώτατος μισθός θα υπερβεί τα 700 ευρώ.

Ωστόσο στη διαδικασία προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, οι φορείς που έχουν βαρύτητα στη διαμόρφωσή του είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, το ΙΟΒΕ, το ΚΕΠΕ, όπως και οι εργοδοτικοί φορείς και λιγότερο οι φορείς που είναι προσκείμενοι στους εργαζομένους.

Σύμφωνα με τα πορίσματα που υπέβαλαν στο υπουργείο Εργασίας οι εμπλεκόμενοι φορείς, οι προτεινόμενες αυξήσεις του κατώτατου μισθού κυμαίνονται από 17,9 ευρώ έως και 46,4 ευρώ, ενώ το ύψος του νέου μισθού από την 1η Μαΐου θα διαμορφωθεί από 680,9 έως 709,4 ευρώ, από το επίπεδο των 663 ευρώ, που έχει διαμορφωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2022.

Το τελικό ποσοστό της αύξησης θα το καθορίσει η κυβέρνηση δια του υπουργείου Εργασίας, το οποίο και θα ανακοινώσει την απόφασή του μέσα στον Απρίλιο και ο νέος κατώτατος μισθός θα ισχύσει από την 1η Μαΐου 2022.

Σημειώνεται πως η όποια μεταβολή του κατώτατου μισθού θα επηρεάσει 646.208 εργαζόμενους ή το 28,3% του συνόλου των μισθωτών.

Τσιγκούνα η Τράπεζα της Ελλάδος

Τη μικρότερη αύξηση του κατώτατου μισθού προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία θεωρεί, ότι, λόγω και των συνεπειών του πολέμου στην Ουκρανία και των συνεπειών που έχει στην οικονομία, θα πρέπει να είναι λελογισμένη.

Στο πλαίσιο αυτό προτείνει να κυμανθεί μεταξύ 2,7% και 3,4%, ποσοστά τα οποία σημαίνει ονομαστικές αυξήσεις κατά 17,9 έως 22,5 ευρώ.

Όπως αναφέρει,. «παραμένουν σημαντικοί κίνδυνοι, που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη και οι οποίοι συνδέονται με την αυξημένη αβεβαιότητα για την εξέλιξη των διεθνών τιμών της ενέργειας και του πληθωρισμού, με το ενδεχόμενο επιδείνωσης της υγειονομικής κατάστασης, με γεωπολιτικές εντάσεις κυρίως εξαιτίας της κρίσης στην Ουκρανία, καθώς και με τη διαμόρφωση δυσμενέστερων χρηματοπιστωτικών συνθηκών λόγω της αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής και μίας πιθανής αύξησης των επιτοκίων».

Το ΙΟΒΕ προτείνει «ήπια αύξηση» στον κατώτατο μισθό, με παράλληλη στήριξη μέσα από στοχευμένα μέτρα προς τα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά και με αξιοποίηση ενδεχόμενου δημοσιονομικού χώρου για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους σε σχέση με τη φορολογία της εργασίας και τις ασφαλιστικές εισφορές. Για τις προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας (τριετίες) προτείνει να συμφωνούνται διμερώς μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου τάσσεται υπέρ μιας «σημαντικής αύξησης», η οποία θα έχει ως βάση υπολογισμού τον πληθωρισμό, ο οποίος ήδη κινείται άνω του 6%.

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, προτείνει τρία σενάρια με αυξήσεις 2%, 4% και 6%, αλλά αν δεν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη φέτος, τότε το ποσοστό πρέπει να είναι χαμηλότερο. Επίσης ζητεί να συνδεθεί η αύξηση του κατώτατου μισθού και με επιδότηση εργοδοτικών εισφορών, ώστε να μην πέσει το βάρος μόνο στις επιχειρήσεις.

Η ΓΣΕΒΕΕ τάσσεται υπέρ της αύξησης του κατώτατου μισθού στα επίπεδα του πληθωρισμού ως μέτρο καταπολέμησης της φτώχειας, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να είναι εντός των δυνατοτήτων των ελληνικών επιχειρήσεων ώστε να έχει και θετικά πολλαπλασιαστικά οφέλη στην εγχώρια ζήτηση και στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.

Το ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών), προτείνει η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν θα πρέπει να είναι «υπερβολικά μεγάλη» και εφιστά την προσοχή γιατί ενδέχεται να προκαλέσει αξιώσεις για μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά. Αυτή τη στιγμή ο κατώτατος μισθός σε δωδεκάμηνη βάση είναι 773,5 ευρώ και σχεδόν ταυτίζεται με τον «κατώτατο» μισθό του Δημοσίου (ΜΚ1 για ΥΕ κατηγορία), που είναι 780 ευρώ.

Ο ΟΑΕΔ αναφέρει ότι για κάθε αύξησης των κατώτατων ορίων μισθού και ημερομισθίου κατά 1%, οι δαπάνες για τα επιδόματα που καταβάλει αυξάνονται κατά 14,7 εκατ. ευρώ. Προτείνει δε, όπως, «η οποιαδήποτε αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνδυαστεί με τις μεταβολές του ΑΕΠ και του δείκτη τιμών του καταναλωτή».

Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Προτείνει άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και επαναφορά της διαπραγμάτευσης των μισθολογικών αυξήσεων στο τραπέζι εργοδοτών και εργαζομένων.

Το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ), προτείνει την υψηλότερη αύξηση κατά 7% με συνδυασμό πληθωρισμού και ΑΕΠ. Εφόσον γίνει αποδεκτή η πρότασή του ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί κατά 46,4% ευρώ και θα διαμορφωθεί σε 709,4 ευρώ.

Διαβαστε επισης