Διεθνή

Μία "προαναγγελθείσα" ρήξη: Ο Μερτς φέρνει τον Τραμπ αντιμέτωπο με την Ευρώπη


Η σύγκρουση μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του καγκελαρίου της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς αποκαλύπτει τη δυσκολία των ξένων ηγετών να διατηρήσουν ισορροπίες απέναντι σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που απαιτεί δημόσια στήριξη, ακόμη και όταν οι εθνικές πιέσεις κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, ο Μερτς επένδυσε πολιτικά στη σχέση του με τον Τραμπ, υιοθετώντας μια στρατηγική προσέγγισης και αποφυγής συγκρούσεων. Επισκέφθηκε επανειλημμένα τον Λευκό Οίκο, υιοθέτησε θετικό τόνο στις δημόσιες εμφανίσεις του και ικανοποίησε κρίσιμα αιτήματα της Ουάσιγκτον, επιτρέποντας τη χρήση αμερικανικών βάσεων στη Γερμανία για επιχειρήσεις, ενώ δεσμεύτηκε και για αποστολή ναρκαλιευτικών στα Στενά του Ορμούζ μετά το τέλος των εχθροπραξιών.

Ωστόσο, το κόστος του πολέμου άρχισε να γίνεται πολιτικά δυσβάστακτο στο εσωτερικό της Γερμανίας. Η εκτόξευση των τιμών των καυσίμων, λόγω των αναταράξεων στα Στενά του Ορμούζ, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε οδηγούς και βιομηχανία, ενώ η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη.

Παράλληλα, το πολιτικό τίμημα έγινε εμφανές στις δημοσκοπήσεις: οι Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς υποχώρησαν από την πρώτη θέση και πλέον βρίσκονται πίσω από την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD).

Η δημόσια ρήξη

Υπό αυτές τις πιέσεις ο Γερμανός καγκελάριος εγκατέλειψε —έστω και στιγμιαία— τη διπλωματική αυτοσυγκράτηση. Σε συνομιλία με μαθητές, κατηγόρησε ανοιχτά την αμερικανική στρατηγική, δηλώνοντας ότι «οι Αμερικανοί προφανώς δεν έχουν σχέδιο» και προειδοποιώντας για την απουσία σαφούς εξόδου από τη σύγκρουση, κάνοντας παραλληλισμούς με το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Η αντίδραση του Τραμπ ήταν άμεση και σφοδρή. Μέσω ανάρτησης, κατηγόρησε τον Μερτς ότι ουσιαστικά στηρίζει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν και αμφισβήτησε την ικανότητά του, συνδέοντας μάλιστα τη στάση του με τις οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας.

Ευρωπαϊκή κόπωση και αποστασιοποίηση

Το επεισόδιο ανέδειξε μια ευρύτερη τάση στην Ευρώπη: την αυξανόμενη κόπωση απέναντι σε έναν πόλεμο που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν επέλεξαν και για τον οποίο δεν είχαν ουσιαστική διαβούλευση.

Σχεδόν όλοι οι βασικοί Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν εκφράσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιφυλάξεις ή ανοιχτή κριτική:

  • Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δήλωσε ότι είναι «κουρασμένος» από την κατάσταση, τονίζοντας το κόστος για τους πολίτες, ενώ συγκρούστηκε με τον Τραμπ για τη χρήση βρετανικών βάσεων.
  • Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, παραδοσιακά κοντά στον Τραμπ, πήρε αποστάσεις στη διαμάχη του με τον πάπα Λέοντα ΙΔ΄, αναγνωρίζοντας το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό της χώρας.
  • Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, αντιθέτως, αξιοποίησε πολιτικά τη ρήξη, αρνούμενος τη χρήση βάσεων και ενισχύοντας τη δημοτικότητά του.

Από τη σιωπηρή στήριξη στην επιφυλακτική κριτική

Μέχρι πρόσφατα ο Μερτς θεωρούνταν από τους λίγους Ευρωπαίους ηγέτες που διατηρούσαν καλές σχέσεις με τον Τραμπ. Σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο, είχε αποφύγει να αντιδράσει όταν ο Αμερικανός πρόεδρος επέκρινε άλλους Ευρωπαίους ηγέτες.

Στο παρασκήνιο, ωστόσο, Γερμανοί αξιωματούχοι διατηρούσαν εξαρχής επιφυλάξεις για τη στρατηγική των ΗΠΑ στο Ιράν, ενώ η κυβέρνηση προετοιμαζόταν για τις οικονομικές συνέπειες, λαμβάνοντας μέτρα στήριξης για τους καταναλωτές.

Μια σχέση που δοκιμάζεται, αλλά δεν σπάει

Παρά τη δημόσια αντιπαράθεση, ο Μερτς εμφανίστηκε να κρατά ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, υπογραμμίζοντας ότι η προσωπική του σχέση με τον Τραμπ παραμένει «καλή».

Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή: καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται και το πολιτικό κόστος αυξάνεται, οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να επιλέξουν μεταξύ της διατήρησης καλών σχέσεων με την Ουάσιγκτον και της ανταπόκρισης στις πιέσεις των ψηφοφόρων τους.

Μέχρι στιγμής όλο και περισσότεροι φαίνεται να επιλέγουν το δεύτερο.

Αννίτα Νιάκα

Διαβαστε επισης