Τράπεζες

Η Εθνική δεν μπορεί να πληρώνει τον ΛΕΠΕΤΕ!


Η ασθενής κερδοφορία της τράπεζας δεν «σηκώνει» την πλήρη κάλυψη των παροχών στους συνταξιούχους

Την ώρα που η διαμάχη της Εθνικής Τράπεζας με τους συνταξιούχους για το Λογαριασμό Επικούρησης βρίσκεται σε οριακό σημείο, καθώς αναμένονται κρίσιμες δικαστικές αποφάσεις, τα νεότερα οικονομικά στοιχεία της τράπεζας επιβεβαιώνουν ότι η ασθενής κερδοφορία της δεν επιτρέπει να καλύπτει στο μέλλον το κόστος των επικουρικών παροχών.

Ειδικότερα, από τα στοιχεία για τη χρήση του 2018, την πρώτη πλήρη χρήση μετά τη διακοπή της χρηματοδότησης της επικουρικής παροχής (σταμάτησε τον Νοέμβριο του 2017), φαίνεται ότι η Εθνική εξακολουθεί να έχει πολύ αδύναμη κερδοφορία, που καθιστά δυσβάστακτο το κόστος χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ ως λογαριασμού εγγυημένων παροχών (δηλαδή, με πλήρη κάλυψη του ελλείμματος), όπως ζητούν οι συνταξιούχοι.

Στην τελική γραμμή των αποτελεσμάτων, η Εθνική ενέγραψε και πάλι ζημιές, όπως και το 2017, οι οποίες έφθασαν τα 84 εκατ. ευρώ κατά την περυσινή χρήση. Ακόμη και αν δεχθεί κανείς ως πιο αντιπροσωπευτικό της πραγματικής εικόνας μέγεθος τα κέρδη από συνεχιζόμενες δραστηριότητες μετά τους φόρους, αυτά ανήλθαν σε ποσό μόλις 50 εκατ. ευρώ (έναντι ζημιών 158 εκατ. ευρώ το 2017).

Στο υποθετικό σενάριο, όπου η Δικαιοσύνη υποχρέωνε την τράπεζα να καλύπτει πλήρως το κόστος της παροχής του ΛΕΠΕΤΕ, εγγράφοντας το σχετικό κονδύλι, που υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 100 εκατ. ευρώ, στο ετήσιο κόστος λειτουργίας της τράπεζας, με τα δεδομένα του 2018 η Εθνική θα εμφάνιζε ζημιές 184 εκατ. ευρώ, ή 50 εκατ. ευρώ αν υπολογισθούν μόνο οι συνεχιζόμενες δραστηριότητες.

Μια ετήσια επιβάρυνση αυτής της τάξεως (100 εκατ. ευρώ), ιδιαίτερα κατά την κρίσιμη τριετία 2019 – 2021, όπου η τράπεζα θα εφαρμόσει ένα πολύ δύσκολο σχέδιο εξυγίανσης του ισολογισμού από τα προβληματικά δάνεια, θα «έτρωγε» μεγάλο μέρος της κερδοφορίας της Εθνικής και θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στην προσπάθεια να διατηρηθεί η κεφαλαιακή επάρκεια πάνω από τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια.

Ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της Εθνικής (CET1) ανέρχεται σε 16,1% και φαίνεται «άνετος». Όμως, με πλήρη επίπτωση από την εφαρμογή του ΔΠΧΠ 9, ο δείκτης CET1 διαμορφώνεται σε 12,8%, ενώ τα επόμενα χρόνια η πίεση στην κεφαλαιακή επάρκεια θα ενταθεί, λόγω της επιτάχυνσης της εξυγίανσης του ισολογισμού, που θα απαιτήσει σχηματισμό πρόσθετων προβλέψεων.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ (SSM) ήταν αυτός που άσκησε πολύ έντονη πίεση στη διοίκηση Φραγκιαδάκη, το 2016 και το 2017, ώστε να δώσει μια «καθαρή» λύση στο πρόβλημα (όπως το αντιλαμβάνεται η Φρανκφούρτη) του ΛΕΠΕΤΕ, δίνοντας τέλος στη χρηματοδότηση του ελλείμματος του Λογαριασμού, που εμφανιζόταν λογιστικά με ανορθόδοξο τρόπο, σαν παροχή πίστωσης προς ένα Λογαριασμό χωρίς νομική προσωπικότητα.

Ο SSM επέμεινε να διακοπεί πλήρως η χρηματοδότηση, με οποιοδήποτε τρόπο, του ελλείμματος του ΛΕΠΕΤΕ, εκτιμώντας ότι δεν θα άντεχε αυτή την επιβάρυνση η Εθνική και θα αποτελούσε ένα πολύ σοβαρό παράγοντα που θα δημιουργούσε νέες κεφαλαιακές ανάγκες στο μέλλον.

Πέρα από το ετήσιο κόστος που θα είχε για την Εθνική η πλήρης κάλυψη των παροχών του ΛΕΠΕΤΕ, σε λογιστικό επίπεδο θα γινόταν «βαρίδι» για την τράπεζα από την πρώτη στιγμή που θα αναγνωριζόταν από τη διοίκηση η υποχρέωση να εγγυηθεί πλήρως τις παροχές (ή που θα επέβαλε κάτι τέτοιο μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση).

Σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, η τράπεζα θα ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει σε αναλογιστική εκτίμηση του κόστους αυτής της μελλοντικής υποχρέωσης και να σχηματίσει μια πρόβλεψη πολύ μεγάλου ύψους στον ισολογισμό της, η οποία θα ασκούσε ισχυρή πίεση στην κεφαλαιακή επάρκεια.