Αγορές

Γιατί «αναστήθηκε» και τρέχει το Χρηματιστήριο - Οι κινήσεις των funds


Τα εμβόλια επανέφεραν την Ελλάδα στο χάρτη των ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, που δίνουν «καύσιμα» για το ράλι

Μια σταθερή εισροή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και το «ξύπνημα» Ελλήνων επενδυτών μετά από μακρά αποχή από την αγορά, έχουν τροφοδοτήσει το ράλι χωρίς παύση στο Χρηματιστήριο από τις αρχές Νοεμβρίου, με σημείο αφετηρίας την εκτίναξη του Γενικού Δείκτη κατά 11%, στις 6 Νοεμβρίου, αμέσως μόλις έγινε γνωστό ότι το εμβόλιο της Pfizer έχει υψηλή αποτελεσματικότητα στις δοκιμές.

Όπως αναφέρουν παράγοντες της χρηματιστηριακής αγοράς, το γεγονός ότι από αυτό το χρονικό σημείο μέχρι σήμερα τα κέρδη του Γενικού Δείκτη ξεπερνούν το 35% και του τραπεζικού δείκτη το 80%, αλλά και η πολύ μεγάλη και σταθερή αύξηση της ημερήσιας αξίας συναλλαγών, σε επίπεδα άνω των 100 εκατ. ευρώ στις περισσότερες συνεδριάσεις, επιβεβαιώνουν την «ανάσταση» της αγοράς ύστερα από ένα οκτάμηνο αβεβαιότητας και επενδυτικής καχεξίας, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας.

Σε επίπεδα πάνω από τις 700 μονάδες (πάνω και από τις 760 στη σημερινή συνεδρίαση), ο Γενικός Δείκτης, όπως σημειώνουν οι ίδιοι, «πιάνει το νήμα» των εξελίξεων που προηγήθηκαν του ξεσπάσματος της πανδημίας, το οποίο είχε προκαλέσει βίαιη πτώση τον Μάρτιο, την οποία ακολούθησε μια πολύ ασθενής ανάκαμψη, από το χαμηλό Μαρτίου στις 480 μονάδες, στις 588 μονάδες στις 6 Νοεμβρίου. Πριν την πανδημία, ο Δείκτης ξεπερνούσε τις 700 μονάδες και οι περισσότεροι ανέμεναν ισχυρή ανοδική κίνηση φέτος.

Τις εξελίξεις στο Χρηματιστήριο καθορίζουν με τη συμπεριφορά τους τα funds των διεθνών αγορών, τα οποία έχουν αναπροσανατολίσει την επενδυτική τους πολιτική μετά τις θεαματικές εξελίξεις με τα εμβόλια και σε ένα περιβάλλον σταθερά χαλαρής νομισματικής πολιτικής διεθνώς, καθώς εμφανίζονται έτοιμα να αναλάβουν μεγαλύτερο κίνδυνο με τοποθετήσεις σε μετοχές της «παλιάς οικονομίας» (τράπεζες, διυλιστήρια, αεροπορικές εταιρείες κ.α.), προεξοφλώντας το τέλος αυτής της κρίσης που πίεσε έντονα αυτές τις μετοχές, ενώ ανέδειξε ως κυρίαρχες δυνάμεις τις μετοχές του τεχνολογικού τομέα.

Επιπλέον, τα funds, σε ένα περιβάλλον μηδενικών επιτοκίων, εμφανίζονται έτοιμα να αυξήσουν σημαντικά τον κίνδυνο στα χαρτοφυλάκιά τους, προκειμένου να επιτύχουν καλύτερες αποδόσεις, κάτι που ευνοεί τις «περιφερειακές» χρηματιστηριακές αγορές, όπως η ελληνική.

Κατ’ εξοχήν ευνοϊκό για το ελληνικό Χρηματιστήριο, αν και αποτέλεσε αδυναμία την προηγούμενη περίοδο, είναι το γεγονός ότι η πλειονότητα των μετοχών που διαπραγματεύονται ανήκουν στην «παλιά οικονομία» και ξεκίνησαν αυτό το ράλι από πολύ χαμηλή βάση, έχοντας πιεσθεί έντονα το προηγούμενο διάστημα.

Με αυτά τα δεδομένα, η ουσιώδης αλλαγή που υπάρχει στο Χρηματιστήριο είναι ότι πλέον τα ξένα funds, ενώ είχαν ουσιαστικά «σβήσει από το χάρτη» την Αθήνα, περιορίζοντας δραστικά την έκθεσή τους σε ελληνικές μετοχές, πλέον έχουν κατανείμει ένα μικρό ποσοστό των κεφαλαίων τους για την Ελλάδα, το οποίο, αν και δεν είναι σημαντικό σε απόλυτα μεγέθη, είναι αρκετό για να κάνει τη διαφορά σε μια ρηχή αγορά όπως η ελληνική.

Παράλληλα, κεφάλαια αρχίζουν να τοποθετούν και Έλληνες μικροεπενδυτές, οι οποίοι είχαν μείνει έξω από τις χρηματιστηριακές εξελίξεις για μεγάλη περίοδο, αλλά αισθάνονται αρκετά άνετα πλέον για να προχωρήσουν σε τοποθετήσεις, διαπιστώνοντας ότι οι μεγάλοι κίνδυνοι για την αγορά και την οικονομία έχουν απομακρυνθεί.

Έτσι, υπάρχει ένας αρκετά σημαντικός όγκος κεφαλαίων που περιμένουν να τοποθετηθούν, γι’ αυτό και στις τελευταίες συνεδριάσεις, ενώ οι ρευστοποιήσεις κερδών που έγιναν ενδοσυνεδριακά έδειχναν ότι θα πίεζαν σε υποχώρηση την αγορά, τελικά βρέθηκαν αγοραστές που απορρόφησαν τις πιέσεις, επιτρέποντας στην αγορά να παραμείνει σε ανοδική τροχιά.

Οι κίνδυνοι που απομακρύνονται

Οι δύο βασικοί κίνδυνοι που έχουν απομακρυνθεί από την ορίζοντα είναι ο μακροοικονομικός και κίνδυνος να χρειασθούν οι τράπεζες νέα κεφάλαια:

  • Σε μακροοικονομικό επίπεδο, φαίνεται ότι, παρά τη μεγάλη ύφεση και την αύξηση του χρέους, η Ελλάδα θα λάβει αρκετή στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ώστε να αποφευχθούν δυσμενή σενάρια. Η στήριξη της ΕΚΤ κρατάει σε ιστορικά χαμηλά τις αποδόσεις των ομολόγων, ενώ τα 32 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργούν σαν μια εγγύηση για την επάνοδο της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά τα επόμενα χρόνια.
  • Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, η στήριξη που προσφέρει η ΕΚΤ είναι εξαιρετικά γενναιόδωρη και αποτελεσματική, ενώ τα τελευταία τους οικονομικά στοιχεία (για το 9μηνο) επιβεβαίωσαν ότι η κερδοφορία δεν πιέζεται όσο φοβούνταν πολλοί, ενώ φαίνεται ότι μεσοπρόθεσμα και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάποια πολύ δυσάρεστη έκπληξη από νέα «κόκκινα» δάνεια της πανδημίας, δεν θα χρειασθούν νέα κεφάλαια. Ακόμη και η Πειραιώς, που βρισκόταν στη δυσμενέστερη θέση, με τη μετατροπή των Cocos σε μετοχές, φαίνεται ότι εξασφάλισε αρκετή πίστωση χρόνου για να προχωρήσει την εξυγίανση του χαρτοφυλακίου χωρίς να τεθεί ζήτημα κεφαλαίων.