Με Άποψη

Γαλλογερμανική αβεβαιότητα


Δυόμισι μήνες πριν από τις ευρωεκλογές, ο ορίζοντας του διδύμου Γαλλίας-Γερμανίας παραμένει θόλος και αβέβαιος, παρά την επετειακή φαντασμαγορία της υπογραφής της Συνθήκης του Άαχεν από Μέρκελ και Μακρόν, που αντικαθιστά αυτή των Ηλυσίων από Ντε Γκολ και Αντενάουερ τον Ιανουάριο του 1963. 

του Γιώργου Καπόπουλου*

Στη Γερμανία ρυθμιστής των εξελίξεων προβάλλει το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) που είδε τα δημοσκοπικά ποσοστά του να ανακάμπτουν όταν διαφοροποιήθηκε σε ό,τι αφορά περικοπές στο κράτους πρόνοιας και στην ελαστικοποίηση της εργασίας που ήταν οι βασικοί άξονες διαρθρωτικών αλλαγών του πακέτου μεταρρυθμίσεων «Ατζέντα 2010», που υλοποίησε η κυβέρνηση Σρέντερ στη δεύτερη θητεία της (2002-2005).

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν τα παραπάνω επιβεβαιωθούν ως δυναμική εκλογικής ανάκαμψης στις ευρω-κάλπες της 26ης Μαΐου και βέβαια πώς θα επηρεάσουν τις επιλογές της επόμενης μέρας για το SPD.

Θα διακινδυνεύσουν οι Σοσιαλδημοκράτες να αναλάβουν το κόστος της αποχώρησής τους από την κυβέρνηση Μεγάλου Συνασπισμού με τους Χριστιανοδημοκράτες; Εάν ναι, τότε είτε θα συγκροτηθεί κυβέρνηση μειοψηφίας από τους Χριστιανοδημοκράτες είτε η Γερμανία θα βαδίσει σε πρόωρες εκλογές, με την Μέρκελ να αποχωρεί από την Καγκελαρία και στις δύο περιπτώσεις.

Η διαφοροποίηση του SPD θα περιορισθεί στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής ή θα διακινδυνεύσει να καλύψει την ευρωπαϊκή ακινησία της Χριστιανοδημοκρατίας, έτσι όπως αυτή διατυπώθηκε ανάγλυφα στην πρόσφατη συνέντευξη της διαδόχου της Μέρκελ, Κραμπ-Καρενμπάουερ στην εφημερίδα Welt am Sontag;

Με τον κίνδυνο εγκλωβισμού της Γερμανίας σε ύφεση άγνωστης διάρκειας να επισημαίνεται ολοένα και περισσότερο, μια στροφή του SPD προς την κατεύθυνση απεγκλωβισμού της χώρας, αλλά και της Ευρωζώνης συνολικά, από τη μόνιμη δημοσιονομική λιτότητα είναι πολύ πιθανόν να αποδειχθεί ως πιο ρεαλιστική προσέγγιση από τη «θεολογική» προσέγγιση Σόιμπλε για μηδενικά ελλείμματα («μαύρο μηδέν»).

Ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης ύφεσης στη Γερμανία δεν είναι υπόθεση εργασίας, αλλά πιθανό σενάριο συνδυασμού τόσο της μείωσης της ζήτησης στην Κίνα όσο και της επιβολής δασμών στις γερμανικές εξαγωγές από την κυβέρνηση Τραμπ, με κύριο στόχο την αυτοκινητοβιομηχανία.

Αβεβαιότητα, όμως, κυριαρχεί και στη Γαλλία, παρά το γεγονός ότι η εξεγερσιακή διαμαρτυρία των Κίτρινων Γιλέκων αποδυναμώνεται τόσο από την πρωτοφανή στα πολιτικά χρονικά της Γαλλίας σκληρή καταστολή όσο και από την εγγενή σε κάθε ετερόκλητο και μη πολιτικά/κομματικά διευθυνόμενο κοινωνικό κύμα διαμαρτυρίας αδυναμία μετάλλαξης της απόρριψης της κρατούσας τάξης πραγμάτων σε εναλλακτική-ανατρεπτική πρόταση διαχείρισης.

Ο ελιγμός του Μακρόν φάνηκε από τις αρχές του χρόνου, καθώς ήταν ξεκάθαρο ότι όποιες λίστες διεκδικήσουν στις ευρωεκλογές την ψήφο των πολιτών εξ ονόματος των Κίτρινων Γιλέκων θα αποδυναμώσουν κατά κύριο λόγο την Λεπέν και τον Εθνικό Συναγερμό -πιθανότατα στερώντας του την εκλογική πρωτιά- και κατά δεύτερον τον Μελανσόν και την παράταξη Ανυπότακτη Γαλλία.

Ο Μακρόν, αν σε κάτι επιμένει σταθερά, είναι στην αναγωγή της αποκατάστασης και της ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής σε ευρωπαϊκό ζητούμενο, προαπαιτούμενο του οποίου είναι μία συνολική ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση, το περίγραμμα και τα κύρια σημεία της οποίας ανέπτυξε στην ομιλία του στην Σορβόννη το Σεπτέμβριο του 2017 και επανέλαβε στην ανοικτή επιστολή του με τίτλο για μια «Ευρωπαϊκή Αναγέννηση» που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, ταυτόχρονα και στις 28 χώρες–μέλη της ΕΕ.

Εκτός έκπληξης της τελευταίας στιγμής, ο Μακρόν μοιάζει να έχει εγκαταλείψει την ιδέα για ταυτόχρονη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με τις ευρωεκλογές. Οι θεσμοί της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας δίνουν θεωρητικά κυβερνητική σταθερότητα στον Μακρόν μέχρι την άνοιξη του 2022, οπότε λήγουν η προεδρική θητεία και η θητεία της Βουλής.

Θεωρητικά, πάντα, γιατί η πολύμηνη αναταραχή και αβεβαιότητα που διαμορφώθηκε από τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων έχουν θέσει επί τάπητος την πρόκληση της εκ νέου επιβεβαίωσης της πολιτικής νομιμοποίησής του, ένα ζητούμενο σύνθετο για το οποίο δεν αρκεί ως απάντηση η σχετική δημοσκοπική ανάκαμψη του ενοίκου του Μεγάρου των Ηλυσίων.

Έτσι Γαλλία και Γερμανία διανύουν παράλληλα μια περίοδο ρευστότητας και αβεβαιότητας με τον Μακρόν να επενδύει σε μια συνολική ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση και τη Μέρκελ και τη διάδοχό της στην ηγεσία της Χριστιανοδημοκρατίας, Κραμπ Καρενμπάουερ, να απορρίπτουν κάθε βήμα προς τα εμπρός που θα οδηγούσε το Βερολίνο προς μια μη αντιστρέψιμη αμοιβαιοποίηση των κινδύνων και μεταφορά πόρων εντός της Ευρωζώνης.

Με δεδομένα τα παραπάνω δεν εκπλήττει η απόκλιση της προσέγγισης της Γαλλίας και της Γερμανίας τόσο απέναντι στο Brexit όσο και στην πολιτική Τραμπ σε ό,τι αφορά το διμερές εμπόριο ΗΠΑ-ΕΕ.
Η μεν Γαλλία του Μακρόν βλέπει το Brexit και την επιθετική πολιτική Τραμπ ως μια δυναμική που θέτει ακόμη πιο πιεστικά την πρόκληση της εμβάθυνσης και της ενισχυμένης συνοχής της ΕΕ-Ευρωζώνης.

Από τη μεριά της, η Γερμανία έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί με κάθε κόστος να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση τόσο στη διαχείριση του Brexit όσο και απέναντι στην επιθετική πολιτική Τραμπ, καθώς το κόστος στις εξαγωγές της θα ήταν δυσθεώρητο.

Όμως, ακόμη και στην περίπτωση που συντρέξουν οι προϋποθέσεις για μια γαλλογερμανική σύνθεση -προσέγγιση σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον- δεν είναι πλέον δεδομένη η συμπόρευση μιας πλειοψηφίας κρατών-μελών όπως ήδη έχει καταγραφεί τόσο από την πολιτική Σαλβίνι-Ντι Μάιο στην Ιταλία όσο και από την (υπό την ηγεσία της Ολλανδίας) ομάδα των Οκτώ του Βορρά, καθώς και από την τετράδα του Βίζεγκραντ.

Τούτων δοθέντων γίνεται σαφές ότι οι επικοινωνιακές φαντασμαγορίες, όπως η υπογραφή της Συνθήκης του Άαχεν, όχι μόνο δεν καλύπτουν την απουσία κοινού ευρωπαϊκού οράματος Γαλλίας–Γερμανίας αλλά, αντίθετα, την φωτίζουν, αναδεικνύοντας και προβάλλοντάς τη ως βαριά υποθήκη διμερούς και ευρωπαϊκής αβεβαιότητας.

*Αναδημοσίευση από το 18ο Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ
 

Διαβάστε επίσης