Τράπεζες

Φθηνά δάνεια με κρατικές εγγυήσεις, αλλά… τα λεφτά δεν φθάνουν


Σε ποσοστό μόλις 0,5% του ΑΕΠ αντιστοιχούν οι ελληνικές εγγυήσεις, ενώ στην Γερμανία είναι 32,2%.

Σπεύδουν το υπουργείο Ανάπτυξης και οι τράπεζες να ενεργοποιήσουν τον τρίτο πυλώνα του κρατικού σχεδίου στήριξης της οικονομίας, δηλαδή την παροχή φθηνών δανείων σε επιχειρήσεις με κρατικές εγγυήσεις. Όμως, ακόμη κι αν υλοποιηθεί το σχέδιο πλήρως, εκφράζονται φόβοι ότι… τα λεφτά δεν φθάνουν για να προσφερθεί η ρευστότητα που χρειάζονται οι ελληνικές επιχειρήσεις. Οι ανάγκες εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερες από όσες θα καλύψει το σχέδιο.

Τα νέα εγγυημένα δάνεια θα χορηγηθούν μέσα από επέκταση του ήδη υφιστάμενου προγράμματος του Ταμείου Επιχειρηματικότητας (ΤΕΠΙΧ), ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται ευρύτατα από τις ελληνικές τράπεζες για την παροχή φθηνών δανείων και προσφέρει χρηματοδότηση με μηδενικό επιτόκιο για το 40% του δανείου. Είναι πιθανό οι όροι να διαφοροποιηθούν ειδικά γι’ αυτή τη συγκυρία, ώστε να γίνουν ευνοϊκότεροι για τις επιχειρήσεις.

Οι κρατικές εγγυήσεις που θα προσφερθούν θα ανέλθουν σε 1 δισ. ευρώ, ώστε οι τράπεζες να μπορέσουν να χορηγήσουν νέα δάνεια 3 δισ. ευρώ. Σε κανονικές συνθήκες, το πρόγραμμα του ΤΕΠΙΧ απευθύνεται σε επιχειρήσεις με έως 250 εργαζομένους και με κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ, δηλαδή αποκλείονται οι μεγάλες επιχειρήσεις. Όμως, η περίμετρος είναι πιθανόν να ανοίξει, για να ενισχυθούν και μεγαλύτερες επιχειρηματικές μονάδες.

Οι τράπεζες διαθέτουν επαρκή ρευστότητα για να «τρέξουν» το πρόγραμμα αυτό και αναμένεται πολύ σύντομα να ενεργοποιηθεί. Ομως αμφισβητείται αν μπορεί να είναι επαρκές για να προσφέρει στις επιχειρήσεις την πολύτιμη ρευστότητα που χρειάζονται για να περάσουν τη «γέφυρα» από τη σημερινή σοβαρή διαταραχή στην επόμενη ημέρα.

Ένα πρώτο πρόβλημα που διαπιστώνεται αφορά τη στήριξη με χρηματοδοτικές εγγυήσεις των επιχειρήσεων του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι πολύ μεγάλος και κρίσιμης σημασίας για να μην υποστηριχθεί με εγγυήσεις δανεισμού. Όμως, αν μπουν η ΔΕΗ και οι άλλοι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας στο σχέδιο, θα πρέπει να πάρουν τη «μερίδα του λέοντος», καθώς υπολογίζεται ότι θα χρειασθούν ακόμη και 1 δισ. ευρώ πρόσθετων δανείων αυτή την περίοδο. Μια ιδέα που συζητείται είναι να δημιουργηθεί ξεχωριστός μηχανισμός στήριξης αυτών των επιχειρήσεων, με επέκταση του προγράμματος εγγυήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, το ελληνικό σχέδιο είναι πολύ «φτωχό» σε σχέση με τα αντίστοιχα σχέδια που ενεργοποιούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Τα προγράμματα αυτά αποτελούν ίσως το σημαντικότερο εργαλείο στήριξης των οικονομιών αυτή τη δύσκολη περίοδο, καθώς η πρόσθετη χρηματοδότηση θα κρατήσει «ζωντανό» των επιχειρηματικό τομέα, ώστε να αρχίσει γρήγορα και δυναμικά η ανάκαμψη μετά την πανδημία.

Η Γερμανία μοιράζει αφειδώς εγγυήσεις: στο 32,2% του ΑΕΠ!

Σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου Bruegel, είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία, που έχει και τον ισχυρότερο κρατικό προϋπολογισμό, διαθέτει εγγυήσεις δανεισμού που αντιστοιχούν στο 32,2% του ΑΕΠ, δηλαδή σχεδόν 65 φορές περισσότερα από το 0,5% του ΑΕΠ που διαθέτει η Ελλάδα.

Αντίστοιχα, οι εγγυήσεις της Γαλλίας φθάνουν το 12,5% του ΑΕΠ, του Ηνωμένου Βασιλείου το 15,1%, ενώ ακόμη και η Ιταλία, που έχει σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα και υψηλό χρέος, διαθέτει εγγυήσεις που αντιστοιχούν στο 7,3% του ΑΕΠ και η Ισπανία εγγυήσεις ίσες με 9,1% του ΑΕΠ.

Το ελληνικό πρόγραμμα έχει αναπόφευκτα έχει σοβαρούς περιορισμούς λόγω της ασθενούς δημοσιονομικής θέσης της χώρας, του υψηλού χρέους αλλά και της σχετικής αδυναμίας του τραπεζικού συστήματος. Το πρόβλημα είναι ότι αν αποδειχθεί ανεπαρκές για να σταματήσει τη χρηματοδοτική ασφυξία του επιχειρηματικού τομέα, θα επέλθει σοβαρή βλάβη στην παραγωγική βάση της χώρας. Την επόμενη ημέρα της πανδημίας δεν θα υπάρχουν επαρκείς δυνάμεις για να υποστηρίξουν μια γρήγορη ανάκαμψη, με αποτέλεσμα αντί για ανάκαμψη σε σχήμα «V» η Ελλάδα να περάσει σε μια αργή ανάκαμψη σε σχήμα «U».

Αυτό, όπως σημειώνουν οικονομικοί αναλυτές είναι ένα ευρύτερο πρόβλημα ανισορροπίας στην ευρωζώνη. Τη στιγμή που ο γερμανικός επιχειρηματικός τομέας στηρίζεται πλουσιοπάροχα από το Βερολίνο με τεράστια ποσά φθηνών δανείων και θα παραμείνει ισχυρός μετά την κρίση, οι επιχειρήσεις των περισσότερων άλλων χωρών θα λάβουν πολύ μικρότερη χρηματοδότηση και θα βρεθούν σε δυσμενή θέση.