Για δεκαετίες, η αξία στην υψηλή κοσμηματοποιία ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με τον χρυσό, την πλατίνα και τους πολύτιμους λίθους. Όμως, η εκρηκτική άνοδος στις τιμές των πολύτιμων μετάλλων και η αναζήτηση πιο τολμηρών σχεδιαστικών μορφών οδηγούν όλο και περισσότερους δημιουργούς σε ένα υλικό που μέχρι πρόσφατα ανήκε περισσότερο στην αεροδιαστημική και τη βιομηχανία παρά στις βιτρίνες της υψηλής τέχνης: το τιτάνιο.
Το μέταλλο, που πήρε το όνομά του από τους Τιτάνες της ελληνικής μυθολογίας, συνδυάζει εξαιρετικά χαμηλό βάρος με υψηλή αντοχή, όντας ελαφρύ σαν το αλουμίνιο, αλλά ισχυρότερο από τον χάλυβα, ενώ μπορεί να αποκτήσει έντονα ιριδίζοντα χρώματα μέσω ανοδίωσης με ηλεκτρικό ρεύμα.
Η τεχνική αυτή δημιουργεί στην επιφάνειά του οξειδωτικά στρώματα που αλλάζουν χρωματισμό ανάλογα με την τάση: από μπρονζέ και μωβ, έως μπλε, πράσινο, ροζ και χρυσαφί αποχρώσεις, χωρίς τη χρήση σμάλτου ή χρωστικών.
Το τιτάνιο χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια σε αεροναυπηγικές εφαρμογές, ιατρικά εμφυτεύματα και προηγμένες βιομηχανικές κατασκευές. Τα τελευταία χρόνια όμως αποκτά ισχυρή παρουσία και στον χώρο της υψηλής κοσμηματοποιίας.
Η στροφή αυτή συνδέεται τόσο με το κόστος, όσο και με τις σχεδιαστικές δυνατότητες του μετάλλου. Το υψηλής ποιότητας τιτάνιο κοστίζει περίπου 20 έως 50 δολάρια το κιλό, όταν ο χρυσός διαπραγματεύεται σε επίπεδα που ξεπερνούν τις 4.700 δολάρια η ουγγιά.
Παράλληλα, το χαμηλό του βάρος επιτρέπει τη δημιουργία μεγάλων, σύνθετων και γλυπτικών κοσμημάτων που θα ήταν πρακτικά αδύνατο να κατασκευαστούν από χρυσό ή πλατίνα λόγω βάρους.
Η νέα γενιά δημιουργών αξιοποιεί το τιτάνιο για υπερμεγέθη σκουλαρίκια, γλυπτικές καρφίτσες και περίτεχνα κολιέ με έντονη χρωματική ταυτότητα και πιο σύγχρονη αισθητική.
Στην τελετή των Βραβείων Όσκαρ τον Μάρτιο, ο Έιντριεν Μπρόντι εμφανίστηκε με εντυπωσιακή καρφίτσα από τιτάνιο και διαμάντια, επιβεβαιώνοντας ότι το υλικό αποκτά πλέον θέση και στις πιο προβεβλημένες εμφανίσεις της διεθνούς μόδας.
Η νέα πολυτέλεια δεν μετριέται μόνο σε καράτια
Οι ειδικοί του κλάδου σημειώνουν ότι η άνοδος του τιτανίου φανερώνει μια μεταβολή στη φιλοσοφία της πολυτέλειας. Αντί η αξία να συνδέεται αποκλειστικά με τη σπανιότητα ή το κόστος των υλικών, ολοένα περισσότερο βάρος δίνεται στη σχεδιαστική πρωτοτυπία, την τεχνική δυσκολία και τη μοναδικότητα του αντικειμένου.
Η δυνατότητα του τιτανίου να δημιουργεί μεταβαλλόμενα χρώματα ανάλογα με το φως και τη γωνία θέασης το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό για δημιουργούς που επιδιώκουν πιο καλλιτεχνικές και πειραματικές φόρμες.
Ωστόσο, η επεξεργασία του παραμένει εξαιρετικά απαιτητική. Σε αντίθεση με τον χρυσό ή το ασήμι, το τιτάνιο είναι πολύ σκληρό, δύσκολο στη διαμόρφωση και απαιτεί εξειδικευμένες τεχνικές κοπής και κατασκευής.
Επίσης, για τους κατασκευαστές κοσμημάτων και τους κοσμηματοπώλες το τιτάνιο ενέχει και ρίσκο. Όπως επεσήμανε ο Έλληνας κατασκευαστής κοσμημάτων κ. Γιαμπούρας, ο οποίος αγάπησε τις αλχημικές ιδιότητες του τιτανίου ήδη πριν από 25 χρόνια, η πορεία του ήταν μια ανηφορική μάχη. Μιλώντας στους New York Times ο κ. Γιαμπούρας επεσήμανε ότι, αν και το τιτάνιο είναι το φθηνότερο μέταλλο, οι παραδοσιακοί κοσμηματοπώλες δεν το θέλουν ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο:
Όταν έχεις χρυσά κοσμήματα και δεν πουλιούνται, μπορείς να τα λιώσεις και να φτιάξεις κάτι άλλο. Όμως, εάν τα κοσμήματα από τιτάνιο δεν πουληθούν, τότε τι θα τα κάνεις;
Παρά τις δυσκολίες, όλο και περισσότεροι οίκοι και ανεξάρτητοι δημιουργοί στρέφονται στο υλικό, τόσο για να συγκρατήσουν το κόστος παραγωγής, όσο και για να σχεδιάσουν κοσμήματα μεγαλύτερης κλίμακας και πιο τολμηρής αισθητικής.
Η τάση ενισχύεται ιδιαίτερα στον χώρο της σύγχρονης υψηλής κοσμηματοποιίας, όπου το τιτάνιο αντιμετωπίζεται πλέον όχι ως φθηνό υποκατάστατο του χρυσού, αλλά ως αυτόνομο υλικό δημιουργικής έκφρασης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Wallace Chan, ενός από τους πρωτοπόρους στη χρήση τιτανίου στην υψηλή κοσμηματοποιία, ο οποίος παρουσιάζει αυτή την περίοδο στη Βενετία έργα από τιτάνιο σε μνημειώδη κλίμακα, στο πλαίσιο της Μπιενάλε της Βενετίας.