Υγεία

Ozempic και φάρμακα αδυνατίσματος: Τι γνωρίζουμε πλέον για τα οφέλη και τους κινδύνους


Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν σήμερα φάρμακα όπως το Ozempic, δημιουργώντας στην πράξη ένα πρωτοφανές «ζωντανό εργαστήριο», που προσφέρει στους επιστήμονες πολύ περισσότερα δεδομένα από όσα μπορεί να δώσει ακόμη και μια αυστηρά ελεγχόμενη κλινική μελέτη. Καθώς η χρήση τους εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς, η εικόνα για τα πραγματικά οφέλη, τους περιορισμούς και τις παρενέργειές τους γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρη.

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει συνήθως με τα νέα φάρμακα, όπου η ιατρική κοινότητα διαθέτει χρόνο για να κατανοήσει σταδιακά τον βέλτιστο τρόπο χρήσης τους, τα φάρμακα GLP-1 υιοθετήθηκαν σχεδόν ακαριαία από εκατομμύρια ασθενείς.

Αυτό έχει επιτρέψει στους ερευνητές να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο τις επιδράσεις τους σε έναν τεράστιο πληθυσμό, αποκαλύπτοντας ευρήματα που ξεπερνούν κατά πολύ τον αρχικό τους ρόλο ως θεραπείες για τον διαβήτη και την παχυσαρκία.

Πέρα από την απώλεια βάρους

Αρχικά τα φάρμακα αυτά εγκρίθηκαν για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και αργότερα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Σήμερα, ορισμένα από αυτά έχουν ήδη λάβει έγκριση και για τη μείωση του κινδύνου εμφράγματος και άλλων καρδιαγγειακών συμβαμάτων, καθώς και για τη θεραπεία της υπνικής άπνοιας, σοβαρών ηπατικών παθήσεων και νεφρικής νόσου.

Μέρος αυτών των ωφελειών αποδίδεται φυσικά στη μείωση του σωματικού βάρους. Ωστόσο, όλο και περισσότεροι επιστήμονες εκτιμούν ότι τα φάρμακα παρέχουν και ανεξάρτητα οφέλη, τα οποία δεν συνδέονται άμεσα με τα κιλά που χάνονται.

Μία από τις επικρατέστερες θεωρίες είναι ότι περιορίζουν τη χρόνια φλεγμονή στον οργανισμό, η οποία σχετίζεται με πολλές χρόνιες παθήσεις.

Παράλληλα, ερευνητές εξετάζουν κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε άλλες καταστάσεις, όπως η μακρά Covid ή οι διαταραχές εξάρτησης από ουσίες. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι όσοι λαμβάνουν τέτοια φάρμακα τείνουν να καπνίζουν και να καταναλώνουν αλκοόλ λιγότερο συχνά, ενώ εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά εξαρτήσεων, αν και απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες πριν εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

Η διακοπή συνήθως φέρνει επιστροφή βάρους

Στις κλινικές δοκιμές των ενέσιμων φαρμάκων που κυκλοφορούν σήμερα, οι συμμετέχοντες έχασαν κατά μέσο όρο το 15% έως 20% του σωματικού τους βάρους έπειτα από περίπου 72 εβδομάδες θεραπείας.

Μελέτες που παρακολουθούν ασθενείς στην καθημερινή ζωή επιβεβαιώνουν σε γενικές γραμμές αυτά τα αποτελέσματα, αν και σε αρκετές περιπτώσεις η απώλεια βάρους εμφανίζεται μικρότερη, κυμαινόμενη από περίπου 8% έως 17%, ανάλογα με το φάρμακο και τον πληθυσμό της μελέτης.

Ένας από τους λόγους είναι ότι πολλοί ασθενείς διακόπτουν τη θεραπεία λόγω κόστους ή παρενεργειών. Η διακοπή συνοδεύεται συχνά από επαναπρόσληψη μέρους του χαμένου βάρους. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει πάντα στον ίδιο βαθμό. Ανάλυση που περιλάμβανε περισσότερους από 180.000 ασθενείς έδειξε ότι περισσότεροι από τους μισούς διατήρησαν τουλάχιστον ένα μέρος της απώλειας βάρους ή συνέχισαν να χάνουν κιλά ακόμη και δύο χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας με σεμαγλουτίδη ή τιρζεπατίδη.

Πολλοί από όσους διακόπτουν τα φάρμακα, καταφεύγουν σε άλλες στρατηγικές για να διατηρήσουν το αποτέλεσμα, όπως εντατική άσκηση, βαριατρικές επεμβάσεις ή άλλες φαρμακευτικές αγωγές.

Δεν ανταποκρίνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο

Τα φάρμακα απώλειας βάρους δεν λειτουργούν εξίσου αποτελεσματικά σε όλους τους ανθρώπους. Πλέον είναι γνωστό ότι περίπου ένας στους δέκα ασθενείς θεωρείται «μη ανταποκρινόμενος», καθώς χάνει λιγότερο από το 5% του σωματικού του βάρους.

Στον αντίποδα, υπάρχει μια μικρή κατηγορία ατόμων που παρουσιάζει εξαιρετικά θεαματικά αποτελέσματα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χάνοντας πολύ περισσότερα κιλά από τον μέσο όρο.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι γενετικοί παράγοντες, αλλά και οι βιολογικοί μηχανισμοί που επηρεάζουν την ευχαρίστηση από το φαγητό, ενδέχεται να εξηγούν αυτές τις διαφορές.

Οι παρενέργειες δεν περιορίζονται στη ναυτία

Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, κόπωση, εμετούς, διάρροια και γενικότερες γαστρεντερικές διαταραχές, όπως έχει καταγραφεί και στις κλινικές δοκιμές. Καθώς όμως εκατομμύρια άνθρωποι άρχισαν να λαμβάνουν τα φάρμακα, εμφανίστηκαν και λιγότερο αναμενόμενες παρενέργειες.

Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται το λεγόμενο "Ozempic breath" (αναπνοή ozempic), που αποδίδεται εν μέρει στην αφυδάτωση καθώς οι ασθενείς πίνουν λιγότερα υγρά λόγω μειωμένης όρεξης, αλλά και το "Ozempic face" (πρόσωπο Ozempic), δηλαδή η πιο «σκαμμένη» όψη του προσώπου που προκαλείται από τη σημαντική απώλεια λίπους.

Ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν επίσης απώλεια μαλλιών, φαινόμενο που ενδέχεται να σχετίζεται με τη γρήγορη και μεγάλη μείωση βάρους.

Παράλληλα, έχουν καταγραφεί σοβαρότερες επιπλοκές. Ορισμένες μελέτες έχουν συνδέσει τη χρήση των φαρμάκων με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μιας σπάνιας οφθαλμολογικής πάθησης, χωρίς ωστόσο να έχει αποδειχθεί ακόμη άμεση αιτιώδης σχέση.

Έχουν επίσης παρατηρηθεί περιπτώσεις σοβαρής καταστολής της όρεξης που οδήγησαν σε διατροφικές ελλείψεις, καθώς και μια μικρή αύξηση του κινδύνου παγκρεατίτιδας, η οποία παραμένει πάντως εξαιρετικά σπάνια.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι η απώλεια μυϊκής μάζας. Νεότεροι και υγιείς ασθενείς συχνά καταφέρνουν να τη διατηρήσουν ή να την ανακτήσουν μέσω προπόνησης με αντιστάσεις και επαρκούς πρόσληψης πρωτεΐνης. Στους ηλικιωμένους όμως η απώλεια μυϊκής δύναμης μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευπάθεια και αυξημένο κίνδυνο πτώσεων.

Η σωστή δοσολογία παραμένει γρίφος

Η θεραπεία ξεκινά συνήθως με χαμηλές δόσεις που αυξάνονται σταδιακά μέσα σε διάστημα αρκετών μηνών. Γενικά, όσο υψηλότερη είναι η δόση, τόσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια βάρους και η μείωση του σακχάρου στο αίμα. Ωστόσο, οι ειδικοί δεν έχουν καταλήξει ακόμη ποια είναι η ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.

Η υπερβολικά υψηλή δοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική καταστολή της όρεξης, διατροφικές ελλείψεις, υπερβολική απώλεια βάρους, μείωση της οστικής πυκνότητας, ορμονικές διαταραχές και αυξημένο κίνδυνο χολολίθων.

Αλλάζουν και τον τρόπο που αισθάνονται οι άνθρωποι

Οι επιδράσεις των φαρμάκων δεν περιορίζονται στο σώμα. Καθώς η χρήση τους εξαπλώνεται, αυξάνονται και οι μαρτυρίες ανθρώπων που περιγράφουν αλλαγές στην ψυχολογία, την καθημερινότητα και τις προσωπικές τους σχέσεις.

Ορισμένοι αναφέρουν ότι νιώθουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και κινούνται πιο εύκολα, γεγονός που βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η σεξουαλική τους ζωή άλλαξε, είτε επειδή αισθάνονται πιο ελκυστικοί είτε, αντίθετα, επειδή μειώθηκε η libido τους.

Παράλληλα, υπάρχουν αναφορές από ασθενείς που αισθάνονται ότι έχουν χάσει μέρος της ευχαρίστησης που αντλούσαν από το φαγητό ή ότι έχουν απομακρυνθεί από την κοινωνική διάσταση των γευμάτων.

Ορισμένοι περιγράφουν μια γενικότερη συναισθηματική «ισοπέδωση», μειωμένη ενεργητικότητα ή ακόμη και αίσθηση ότι η προσωπικότητά τους έχει γίνει λιγότερο ζωηρή.

Οι επιστήμονες εξακολουθούν να ανακαλύπτουν νέες πτυχές της δράσης των φαρμάκων GLP-1 και όσο περισσότεροι άνθρωποι τα χρησιμοποιούν, τόσο πληρέστερη θα γίνεται η εικόνα για το πώς επηρεάζουν την υγεία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν, αισθάνονται και αλληλεπιδρούν με τον κόσμο γύρω τους.

Διαβαστε επισης