Με φόρο 20% και ασφυκτικές προθεσμίες βρίσκονται αντιμέτωπες οι πλουσιότερες οικογένειες της Κίνας, καθώς το Πεκίνο επιβάλλει νέους κανόνες φορολόγησης για τα υπεράκτια καταπιστεύματα.
Η απόφαση έχει προκαλέσει έντονη κινητοποίηση σε Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη, ενώ ορισμένοι επενδυτές εξετάζουν ήδη πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για να καλύψουν τις νέες υποχρεώσεις.
Τα υπεράκτια καταπιστεύματα αποτελούσαν επί δεκαετίες ένα από τα βασικότερα εργαλεία διαχείρισης και προστασίας του πλούτου των πλουσιότερων Κινέζων. Μέσω αυτών επιχειρηματίες και μεγάλες οικογένειες διατηρούσαν εκτός χώρας συμμετοχές σε εταιρείες πριν από την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο, ακίνητα, επενδυτικά χαρτοφυλάκια και περιουσιακά στοιχεία αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η φορολογική μεταχείριση αυτών των δομών παρέμενε επί χρόνια ασαφής. Αυτό άλλαξε στις 24 Ιουλίου, όταν το υπουργείο Οικονομικών της Κίνας και η φορολογική διοίκηση εξέδωσαν τους πιο συγκεκριμένους κανόνες μέχρι σήμερα για τη φορολόγηση των υπεράκτιων καταπιστευμάτων. Οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν την επιβολή φόρου 20% σχεδόν σε κάθε στάδιο της λειτουργίας ενός καταπιστεύματος: από τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων και τη δημιουργία του, έως τη διανομή κερδών και την τελική λύση του. Οι οικογένειες καλούνται να δηλώσουν και να εξοφλήσουν τους φόρους που αφορούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία μεταφέρθηκαν σε τέτοιες δομές από τις αρχές του 2023 έως τις 22 Οκτωβρίου.
Η προθεσμία των 90 ημερών έχει προκαλέσει έντονη κινητοποίηση σε Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη, δύο από τα σημαντικότερα κέντρα διαχείρισης υπεράκτιου πλούτου για κινεζικές οικογένειες. Δικηγορικά γραφεία, ιδιωτικές τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης καταπιστευμάτων και ασφαλιστικοί όμιλοι δέχονται αυξημένο αριθμό αιτημάτων από πελάτες που προσπαθούν να υπολογίσουν το ύψος της φορολογικής τους επιβάρυνσης και να βρουν τρόπο να την καλύψουν εγκαίρως.
Αγώνας δρόμου για ρευστότητα
Το βασικό ερώτημα για πολλές οικογένειες δεν είναι μόνο πόσο φόρο θα κληθούν να πληρώσουν, αλλά από πού θα βρουν τα απαιτούμενα μετρητά. Μεγάλο μέρος του πλούτου που βρίσκεται σε υπεράκτια καταπιστεύματα δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμο, καθώς περιλαμβάνει συμμετοχές σε λειτουργικές επιχειρήσεις, μετοχές εταιρειών πριν από τη δημόσια εγγραφή τους, ακίνητα και άλλες μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Η αποτίμηση ορισμένων από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη. Σε αρκετές περιπτώσεις, παλαιότερα τραπεζικά στοιχεία και αρχεία συναλλαγών είναι ελλιπή ή δεν είναι πλέον διαθέσιμα, γεγονός που περιπλέκει τον υπολογισμό των φορολογητέων ποσών.
Παράλληλα, τα στοιχεία που θα υποβληθούν στις κινεζικές αρχές, θα πρέπει να συμφωνούν με τα δεδομένα που έχουν ήδη διαβιβαστεί στο Πεκίνο από ξένες κυβερνήσεις μέσω του Κοινού Προτύπου Αναφοράς, του διεθνούς μηχανισμού ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών. Η Κίνα συμμετέχει στο σύστημα από το 2018 και λαμβάνει συστηματικά στοιχεία για χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που διατηρούν Κινέζοι φορολογούμενοι στο εξωτερικό.
Η χρήση κεφαλαίων από το ίδιο το καταπίστευμα για την πληρωμή του φόρου μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσει νέα φορολογική υποχρέωση. Έτσι, αρκετοί κάτοχοι εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις, όπως τη διανομή κεφαλαίων, τη λήψη χρηματοδότησης, την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή την καταβολή του ποσού σε δόσεις.
Πολλές οικογένειες αναμένεται να στραφούν σε ρευστοποιήσεις μέρους των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων. Οι εισηγμένες μετοχές στο Χονγκ Κονγκ και στις χρηματιστηριακές αγορές της ηπειρωτικής Κίνας θεωρούνται πιθανότερο να δεχθούν τις πρώτες πιέσεις, καθώς αποτελούν τα πιο εύκολα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία για πολλούς επενδυτές.
Περιουσία $667 δισ. μόνο στο Χονγκ Κονγκ
Το οικονομικό μέγεθος των υπεράκτιων καταπιστευμάτων δείχνει γιατί η νέα πολιτική μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες. Τα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζονταν καταπιστεύματα στο Χονγκ Κονγκ έφτασαν το 2023 τα 5,2 τρισ. δολάρια Χονγκ Κονγκ, ή περίπου 667 δισ. δολάρια ΗΠΑ.
Περίπου το 55% των υποκείμενων επενδύσεων βρισκόταν στην ηπειρωτική Κίνα και στο Χονγκ Κονγκ. Η κινεζική αγορά αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα ανάπτυξης για τον κλάδο, ο οποίος έχει επωφεληθεί επί χρόνια από τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων εκτός της χώρας.
Η Σιγκαπούρη, μαζί με τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και τις Νήσους Κέιμαν, έχουν εξελιχθεί σε βασικό κέντρο για τη διατήρηση υπεράκτιων περιουσιακών στοιχείων από Κινέζους υψηλής καθαρής θέσης. Ορισμένοι επενδυτές θεωρούν ότι η Σιγκαπούρη προσφέρει χαμηλότερο πολιτικό κίνδυνο σε σχέση με το Χονγκ Κονγκ, καθώς διαθέτει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, σταθερό κράτος δικαίου και ανεπτυγμένο δίκτυο διαχειριστών πλούτου και επαγγελματικών υπηρεσιών.
Οι αρχές του Χονγκ Κονγκ επιδιώκουν, από την πλευρά τους, να διατηρήσουν και να ενισχύσουν τον ρόλο της πόλης ως διεθνούς κέντρου διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αξιοποιήσει φορολογικά κίνητρα και μέτρα προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων και οικογενειακών γραφείων, σε μια περίοδο κατά την οποία η νέα φορολογική πολιτική της Κίνας δημιουργεί αβεβαιότητα για τον κλάδο.
Το Πεκίνο αναζητά νέα φορολογικά έσοδα
Η αναθεώρηση των κανόνων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κινεζική κυβέρνηση αναζητά νέες πηγές δημοσίων εσόδων. Τα έσοδα από τις πωλήσεις γης, που αποτελούσαν επί χρόνια βασικό πυλώνα χρηματοδότησης των τοπικών κυβερνήσεων, έχουν μειωθεί σημαντικά εξαιτίας της παρατεταμένης κρίσης στην αγορά ακινήτων και της ευρύτερης επιβράδυνσης της οικονομίας.
Τα μεγάλα περιουσιακά στοιχεία που διατηρούν Κινέζοι πολίτες στο εξωτερικό αποτελούν πλέον έναν ιδιαίτερα ελκυστικό στόχο για τις φορολογικές αρχές. Το Πεκίνο επιχειρεί να διευρύνει τη φορολογική βάση και να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα, σε μια περίοδο αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων.
Πριν από την έκδοση των νέων εθνικών κανόνων, τοπικές φορολογικές αρχές στη Σαγκάη, στη Σεντζέν και στην επαρχία Τζιανγκσού είχαν ήδη αρχίσει να εξετάζουν υπεράκτια καταπιστεύματα και να επιβάλλουν φόρο 20% σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξήθηκαν κατά 13,1% το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ οι λιανικές πωλήσεις εμφάνισαν περιορισμένη ανάπτυξη. Η αντίθεση αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι οι φορολογικές αρχές επιδιώκουν να αξιοποιήσουν πιο συστηματικά τις περιουσίες υψηλής αξίας.
Παράλληλα, το Πεκίνο έχει αυστηροποιήσει τη στάση του απέναντι στις διασυνοριακές ροές κεφαλαίων. Νωρίτερα φέτος απαγόρευσε τη δραστηριοποίηση τριών διαδικτυακών χρηματιστηριακών εταιρειών που παρείχαν υπηρεσίες διασυνοριακών επενδύσεων, περιορίζοντας τις δυνατότητες μεταφοράς κεφαλαίων και πρόσβασης των Κινέζων επενδυτών σε ξένες αγορές.
Πιθανές πιέσεις στις μετοχές του Χονγκ Κονγκ
Η ανάγκη για γρήγορη εξεύρεση ρευστότητας έχει δημιουργήσει ανησυχίες για πιθανές πωλήσεις μετοχών στο Χονγκ Κονγκ. Ιδρυτές και μεγαλομέτοχοι αρκετών εταιρειών της ηπειρωτικής Κίνας διατηρούν τις συμμετοχές τους μέσω καταπιστευμάτων, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μείωσης των θέσεών τους. Η αναδρομική περίοδος από τις αρχές του 2023 και η προθεσμία των 90 ημερών ενδέχεται να οδηγήσουν ορισμένους επενδυτές σε προληπτικές ή αναγκαστικές πωλήσεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τους νέους κανόνες.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η επίδραση στις αγορές θα παραμείνει περιορισμένη. Πολλές από τις μεγαλύτερες κινεζικές εταιρείες με μετοχές στο Χονγκ Κονγκ είχαν εισαχθεί στο χρηματιστήριο αρκετά πριν από το 2023 και ενδέχεται να μην επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό από την αναδρομική εφαρμογή των κανόνων. Επιπλέον, η κινεζική πολιτική προβλέπει τη δυνατότητα καταβολής των οφειλών σε δόσεις, με ορισμένους φορολογούμενους να μπορούν να εξοφλήσουν το ποσό σε διάστημα έως και πέντε ετών. Αυτό μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για άμεσες και μαζικές ρευστοποιήσεις.
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις γενικευμένης εξόδου από τα υπεράκτια καταπιστεύματα. Η διάλυση μιας τέτοιας δομής θα μπορούσε να ενεργοποιήσει ακριβώς τη φορολογική υποχρέωση που οι οικογένειες επιδιώκουν να διαχειριστούν. Επιπλέον, ο ενιαίος φορολογικός συντελεστής 20% παραμένει χαμηλότερος από τον ανώτατο ομοσπονδιακό συντελεστή 37% που ισχύει στις ΗΠΑ για το παγκόσμιο εισόδημα των Αμερικανών φορολογουμένων.
Το τέλος των υπεράκτιων καταπιστευμάτων ως φορολογικού καταφυγίου
Η απόκτηση ξένης υπηκοότητας ή η μεταφορά της κατοικίας στο εξωτερικό δεν εξασφαλίζει απαραίτητα προστασία από την κινεζική φορολογία. Νομικοί επισημαίνουν ότι ένα άτομο μπορεί να εξακολουθήσει να θεωρείται φορολογικός κάτοικος της Κίνας, εφόσον οι κύριοι οικονομικοί δεσμοί και τα βασικά επιχειρηματικά του συμφέροντα παραμένουν στη χώρα.
Τα υπεράκτια καταπιστεύματα εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα για την προστασία περιουσιακών στοιχείων, τη διατήρηση οικογενειακού πλούτου και τον σχεδιασμό της διαδοχής. Ωστόσο, η νέα πολιτική περιορίζει σημαντικά τη χρησιμότητά τους ως εργαλείων φορολογικού σχεδιασμού.
Η αλλαγή σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη διαχείριση του κινεζικού ιδιωτικού πλούτου. Οι οικογένειες που χρησιμοποιούν τέτοιες δομές καλούνται να επανεξετάσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, να αποτιμήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και να οργανώσουν την απαιτούμενη ρευστότητα μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.