Διεθνή

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει πρόσωπο


Πάνω από τρία χρόνια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται σε μια νέα και ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στις γραμμές του μετώπου και σε βασικές υποδομές, αλλά επεκτείνεται βαθιά στις πόλεις, στις ενεργειακές εγκαταστάσεις, στις βιομηχανίες, στα λιμάνια, ακόμη και στις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και εμπορευμάτων. Το νέο δόγμα των δύο αντιπάλων δεν στοχεύει μόνο στην κατάληψη εδαφών, αλλά στην αποδυνάμωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αντοχής του αντιπάλου αλλά στην εξουθένωση και στη στοχοποίηση αμάχων.

Οι μεγάλες χερσαίες επιχειρήσεις συνεχίζονται, όμως η στρατηγική της Μόσχας και του Κιέβου μετατοπίζεται από έναν πόλεμο φθοράς σε ένα πόλεμο πλήρους εξουθένωσης.

Η Ρωσία εξαπολύει μαζικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και εκατοντάδες drones κατά ουκρανικών πόλεων, ενεργειακών εγκαταστάσεων και βιομηχανικών μονάδων και στοχοποιεί βασικά το Κίεβο, κάτι που απέφευγε ως τώρα. Την ίδια στιγμή, η Ουκρανία έχει αυξήσει θεαματικά τα πλήγματα βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, στοχεύοντας στρατιωτικές βάσεις, αποθήκες καυσίμων, διυλιστήρια, εργοστάσια αμυντικής βιομηχανίας, σιδηροδρομικά δίκτυα και κρίσιμες εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού προχωρώντας και σε καθαρά πολιτικούς στόχους.

Η τεχνολογία έχει αλλάξει ριζικά τους κανόνες του πολέμου. Τα φθηνά κατευθυνόμενα drones έχουν εξελιχθεί σε όπλα στρατηγικής σημασίας, καθώς μπορούν με ελάχιστο κόστος να προκαλέσουν τεράστιες ζημιές σε υποδομές αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Παράλληλα, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης, δορυφορικών δεδομένων και προηγμένων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου μετατρέπει τη σύγκρουση στην πρώτη μεγάλης κλίμακας αναμέτρηση υψηλής τεχνολογίας στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι άμαχοι βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των συνεπειών της σύγκρουσης. Οι επιθέσεις σε αστικές περιοχές προκαλούν θύματα, καταστροφή κατοικιών, νοσοκομείων και σχολείων, ενώ διακοπές στην ηλεκτροδότηση, στις τηλεπικοινωνίες και στις μεταφορές επηρεάζουν εκατομμύρια πολίτες. Παρότι κάθε πλευρά δηλώνει ότι στοχεύει στρατιωτικούς ή στρατηγικούς στόχους, οι επιθέσεις έχουν σοβαρές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό και στις βασικές υποδομές, αλλά πλέον οι περισσότεροι νεκροί είναι άμαχοι, κατοικοι ή εργαζόμενοι στις διάφορες πολιτικές υποδομές.

Ωστόσο τα ουκρανικά χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές έχουν δημιουργήσει πρόβλημα τροφοδοσίας στην αγορά, ενώ πληροφορίες κάνουν λόγω και πρόβλημα στις εξαγωγές, αφού εχουν βληθεί και εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Πάντως τη λύση φαίνεται να τη δίνει το Καζακστάν όπου η εταιρική σχέση με τη Μόσχα δίνουν στη Ρωσία ενεργειακές ανάσες.

Από την άλλη πλευρά, η ουκρανική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων δυτικών συμμάχων. Κάθε επίθεση σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, δίκτυα μεταφοράς ενέργειας ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις αυξάνει το κόστος ανοικοδόμησης, μειώνει την παραγωγική δραστηριότητα και ενισχύει την ανάγκη για νέα διεθνή χρηματοδότηση.

Πάντως,παρόλο που στο πεδίο της μάχης χρειάζονται νέες εφεδρείες, ούτε η Μόσχα θέλει να εμπλέξει περισσότερες δυνάμεις, ούτε το Κίεβο μπορεί να επιστρατεύσει μεγάλους αριθμούς, αφού έχει αντιδράσεις από την ουκρανική κοινωνία. Έτσι τα όποια κενά καλύπτονται από μισθοφόρους από όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως από την Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική.

Οικονομικές επιπτώσεις

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις δύο εμπόλεμες χώρες. Η σύγκρουση επηρεάζει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τα ασφάλιστρα κινδύνου στη ναυτιλία, αλλά και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Κάθε πλήγμα σε λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας ή σε εγκαταστάσεις πετρελαίου αυξάνει την αβεβαιότητα στις αγορές, ενώ οι επενδυτές στρέφονται συχνά σε ασφαλή καταφύγια όπως ο χρυσός και τα κρατικά ομόλογα.

Η Ευρώπη βρίσκεται επίσης αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η επιτάχυνση της παραγωγής οπλικών συστημάτων, η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και η προσπάθεια απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια αναδιαμορφώνουν τις οικονομικές προτεραιότητες της ΕΕ.

Παράλληλα, οι αμυντικές βιομηχανίες γνωρίζουν πρωτοφανή ανάπτυξη, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν τις παραγγελίες για πυραύλους, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, drones και πυρομαχικά.

Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί και μία λύση για την ευρωπαϊκή και κυρίως τη γερμανική βιομηχανία, καθώς σε καιρό κρίσης, οι βιομηχανίες επιχειρούν να αντικαταστήσουν τη βαριά βιομηχανία που πνέει τα λοίσθια απέναντι στον κινεζικό ανταγωνισμό, με οπλικά συστήματα, αναλογο με αυτό που έκανε η κυβέρνηση Μπάιντεν με την αμερικανική πολεμική βιομηχανία στα πρώτα χρόνια του ρωσοουκρανικού πολέμου.

Η στρατηγική των δύο αντιπάλων έχει πλέον ως βασικό στόχο την εξάντληση της αντοχής του άλλου. Η Ρωσία επιδιώκει με την πίεση στην ουκρανική οικονομία και να δοκιμάσει τη συνοχή της δυτικής υποστήριξης, ενώ η Ουκρανία επιχειρεί να αυξήσει το οικονομικό κόστος για τη Μόσχα πλήττοντας εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παραγωγή και τις εξαγωγές ενέργειας.

Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, η πιθανότητα μιας καθαρής στρατιωτικής νίκης από τη ρωσική πλευρά άμεσα μειώνεται και η σημασία της οικονομικής ισχύος, της βιομηχανικής παραγωγής, της τεχνολογικής υπεροχής και της κοινωνικής αντοχής αυξάνεται, με επιπτώσεις στα εργοστάσια, στα χρηματιστήρια, στα ενεργειακά δίκτυα, στις θαλάσσιες μεταφορές και σε συνδιασμό με τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή στην ικανότητα κάθε κράτους να διατηρεί την οικονομία και την κοινωνία του λειτουργικές υπό συνθήκες διαρκούς πίεσης.

Διαβαστε επισης