Αντικρουόμενα μηνύματα για την πορεία της κινεζικής οικονομίας στέλνουν τα στοιχεία του Ιουνίου, καθώς ο πληθωρισμός καταναλωτή επιβραδύνθηκε περισσότερο από τις εκτιμήσεις, ενώ οι τιμές παραγωγού κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο σχεδόν τεσσάρων ετών. Η εικόνα επιβεβαιώνει ότι η μεταποίηση και οι εξαγωγές διατηρούν τη δυναμική τους, ενώ η εγχώρια ζήτηση παραμένει εύθραυστη.
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) στην Κίνα αυξήθηκε τον Ιούνιο κατά 1% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 1,2% τον Μάιο και χαμηλότερα από την πρόβλεψη των οικονομολόγων για 1,1%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της χώρας.
Παράλληλα, ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές τροφίμων και ενέργειας, διαμορφώθηκε επίσης στο 1%, από 1,1% τον προηγούμενο μήνα.
Οι τιμές των τροφίμων συνέχισαν να κινούνται πτωτικά, καταγράφοντας ετήσια μείωση 1,6%, μετά από υποχώρηση 1,7% τον Μάιο.
Ισχυρή άνοδος στις τιμές παραγωγού
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης τιμών παραγωγού (PPI) αυξήθηκε κατά 4,1% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025, επιταχύνοντας από το 3,9% του Μαΐου και καταγράφοντας την υψηλότερη ετήσια άνοδο από τον Ιούλιο του 2022.
Σε μηνιαία βάση, ωστόσο, ο δείκτης υποχώρησε κατά 0,3%, ένδειξη ότι οι πιέσεις στο κόστος ενδέχεται να αρχίζουν να αποκλιμακώνονται.
Οι αναλυτές αποδίδουν την έντονη ετήσια αύξηση τόσο στη χαμηλή βάση σύγκρισης του προηγούμενου έτους, όσο και στην άνοδο των τιμών της ενέργειας και των πρώτων υλών που προκάλεσαν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης έχει ενισχύσει τις τιμές εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας, ημιαγωγών και άλλων βιομηχανικών προϊόντων.
Η ασθενής κατανάλωση παραμένει πρόβλημα
Παρά την ανάκαμψη των τιμών παραγωγού, η εγχώρια ζήτηση εξακολουθεί να αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της κινεζικής οικονομίας. Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος παραγωγής στους τελικούς καταναλωτές, καθώς τα νοικοκυριά παραμένουν επιφυλακτικά στις δαπάνες τους.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη συνεχίζει να επηρεάζεται από τη μακροχρόνια κρίση στην αγορά ακινήτων, η οποία έχει περιορίσει τον πλούτο των νοικοκυριών και έχει ενισχύσει την τάση για αποταμίευση αντί κατανάλωσης.
Έτσι, η κινεζική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από δύο διαφορετικές ταχύτητες: από τη μία πλευρά, οι εξαγωγές και η βιομηχανική παραγωγή παραμένουν ισχυρές και από την άλλη η εσωτερική κατανάλωση και η αγορά κατοικίας εξακολουθούν να υπολείπονται.
Η μεταποίηση συνέχισε να αναπτύσσεται ταχύτερα των εκτιμήσεων και τον Ιούνιο, με σημαντικό μέρος της δυναμικής να αποδίδεται στη διεθνή ζήτηση για προϊόντα που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Η αυξημένη ανάγκη για υπολογιστική ισχύ, εξειδικευμένα ηλεκτρονικά συστήματα και ημιαγωγούς έχει ενισχύσει τη δραστηριότητα του κινεζικού βιομηχανικού τομέα, αντισταθμίζοντας εν μέρει την αδυναμία της εγχώριας αγοράς.
Περιορισμένα περιθώρια για νέα μέτρα στήριξης
Η ανθεκτικότητα των εξαγωγών και της βιομηχανικής παραγωγής εκτιμάται ότι μειώνει την πίεση προς το Πεκίνο για τη λήψη νέων μεγάλων μέτρων τόνωσης της οικονομίας. Αναλυτές θεωρούν ότι η κινεζική ηγεσία δύσκολα θα προχωρήσει άμεσα σε ευρείας κλίμακας δημοσιονομικά ή νομισματικά μέτρα, εκτός εάν η επιβράδυνση της κατανάλωσης αποδειχθεί πιο επίμονη τους επόμενους μήνες.
Το ενδιαφέρον των αγορών στρέφεται πλέον στη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στα τέλη Ιουλίου, όπου ενδέχεται να ληφθούν αποφάσεις για πιθανή ενίσχυση της οικονομικής πολιτικής.
Το ΔΝΤ αναθεωρεί ανοδικά τις προβλέψεις
Παρά τις προκλήσεις στην εσωτερική ζήτηση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αναθεώρησε ανοδικά τις προβλέψεις του για την κινεζική οικονομία. Το Ταμείο εκτιμά πλέον ότι το ΑΕΠ της Κίνας θα αυξηθεί κατά 4,6% το 2026, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 4,4%, επίδοση που εξακολουθεί να υπερβαίνει αισθητά τον αναμενόμενο ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, ο οποίος προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3%.
Η βελτίωση των εκτιμήσεων αποδίδεται κυρίως στις ισχυρές επιδόσεις της μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας, των εξαγωγών και των δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής, που συνεχίζουν να λειτουργούν ως οι βασικοί μοχλοί ανάπτυξης της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη.